Νέοι πίνακες ΑΣΕΠ: Η «κινούμενη άμμος» του προσοντολογίου και η κανονικότητα της επισφάλειας

 

Σφαγή στους πίνακες του ΑΣΕΠ που μόλις δημοσιεύτηκαν. Εκπαιδευτικοί καταποντίστηκαν ακόμα και χιλιάδες θέσεις χαμηλότερα από όπου βρίσκονταν! Το προσοντολόγιο “κινούμενη άμμος” δείχνει τα δόντια του.

Η δημοσίευση των νέων πινάκων του ΑΣΕΠ φέρνει για ακόμη μία φορά στην επιφάνεια την πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες εκπαιδευτικοί. Εκπαιδευτικοί που επί χρόνια καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των σχολείων, που κάθε χρόνο βρίσκονται μέσα στις τάξεις, μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή και κρατούν όρθια τη δημόσια εκπαίδευση, βλέπουν ξανά τη θέση και το μέλλον τους να ανατρέπονται. Η προϋπηρεσία και το ίδιο το πτυχίο τους απαξιώνονται μέσα σε έναν αέναο ανταγωνισμό τίτλων, πιστοποιήσεων και μορίων. Αυτό που παρουσιάζεται ως «αξιοκρατία» αποδεικνύεται στην πράξη ένα σύστημα διαρκούς ανασφάλειας και αποκλεισμού, όπου ακόμη και χρόνια εργασίας δεν μετατρέπονται σε δικαίωμα στη μόνιμη εργασία.

Οι μεγάλες ανακατατάξεις στους πίνακες δεν αποτελούν κάποια «παρενέργεια» του συστήματος. Είναι το ίδιο το αποτέλεσμα της λογικής πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το προσοντολόγιο: ενός αέναου ανταγωνισμού, στον οποίο κάθε εκπαιδευτικός καλείται διαρκώς να συγκεντρώνει νέα προσόντα για να μη χάσει τη θέση που είχε μέχρι χθες. Ένα ακόμη μεταπτυχιακό, μια ακόμη πιστοποίηση, ένας ακόμη τίτλος μπορούν να καθορίσουν αν κάποιος θα εργαστεί, αν θα βρεθεί στην πρώτη φάση, αν θα πλησιάσει ή θα απομακρυνθεί από τον διορισμό.

Και δίπλα στο προσοντολόγιο έρχεται να προστεθεί ο ΑΣΕΠ και η συνέντευξη. Μια ακόμη διαδικασία διαρκούς απόδειξης της «ικανότητας», ένας ακόμη μηχανισμός που μπορεί να φέρει νέες ανακατατάξεις και να διατηρεί την εργασιακή μας ζωή σε μόνιμη εκκρεμότητα. Ένας ΑΣΕΠ του οποίου τα αποτελέσματα θα έχουν περιορισμένη χρονική ισχύ και μετά θα πρέπει να ξεκινήσουμε ξανά από την αρχή. Και μια συνέντευξη που μετατρέπει την πρόσβαση στην εργασία σε διαδικασία προσωπικής αξιολόγησης και συμμόρφωσης. Το ζητούμενο δεν είναι να αποκτήσουμε ένα ακόμη φίλτρο για να αποδείξουμε ότι είμαστε «κατάλληλοι». Είναι να μην αποδεχτούμε μια εργασιακή πραγματικότητα στην οποία τίποτα δεν κατοχυρώνεται και η μόνη σταθερά είναι η διαρκής προσαρμογή.

Η λογική αυτή έχει μετατρέψει την εργασία στην εκπαίδευση σε μια διαρκή κούρσα προσόντων. Η προϋπηρεσία, τα χρόνια εργασίας μέσα στις τάξεις, η εμπειρία που αποκτήθηκε μέσα σε δύσκολες συνθήκες, οι συνεχείς μετακινήσεις από σχολείο σε σχολείο και από περιοχή σε περιοχή δεν αποτελούν πλέον κατοχύρωση μιας σταθερής εργασιακής προοπτικής. Αντίθετα, ο εκπαιδευτικός καλείται διαρκώς να προσθέτει ένα ακόμη προσόν, προκειμένου να παραμείνει ανταγωνιστικός. Και όταν η θέση του στον πίνακα αλλάζει δραματικά, η ευθύνη μετατοπίζεται και πάλι στον ίδιο: δεν έχει αρκετά μόρια, δεν συγκέντρωσε αρκετά προσόντα, δεν κατάφερε να «επενδύσει» αρκετά στον εαυτό του.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βαθύτερη πολιτική λειτουργία του προσοντολογίου. Η συλλογική ανάγκη για μόνιμη και σταθερή εργασία μετατρέπεται σε ατομική υπόθεση και η ευθύνη για την ανεργία και την επισφάλεια μεταφέρεται από το κράτος στον ίδιο τον εργαζόμενο. Αν δεν βρεις δουλειά, δεν φταίνε οι πολιτικές της αδιοριστίας και της ελαστικής εργασίας· φταις εσύ που δεν έχεις αρκετά μόρια. Αν σε προσπεράσει κάποιος στον πίνακα, πρέπει να αποκτήσεις ένα ακόμη προσόν. Αν πέσεις στην κατάταξη, πρέπει να «επενδύσεις» περισσότερο στον εαυτό σου. Κι έτσι, αντί να διεκδικούμε όλοι μαζί το αυτονόητο —μόνιμη και σταθερή εργασία για όσους και όσες καλύπτουν τις ανάγκες των σχολείων— μας βάζουν να ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας για μια δουλειά που έτσι κι αλλιώς υπάρχει και είναι αναγκαία. Μας λένε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον ως ανταγωνιστή, ενώ ο πραγματικός αντίπαλος είναι η πολιτική που κρατά μόνιμες τις ανάγκες των σχολείων και προσωρινούς τους εκπαιδευτικούς.

Κι έτσι δημιουργείται η «κινούμενη άμμος». Εκπαιδευτικοί που εργάζονται επί χρόνια ως αναπληρωτές και αναπληρώτριες, που κάθε χρόνο καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των σχολείων, απολύονται το καλοκαίρι και ξαναμπαίνουν το φθινόπωρο στην ίδια διαδικασία, βλέπουν ξανά τη θέση τους να μετακινείται. Άλλοι και άλλες ανεβαίνουν, άλλοι και άλλες κατεβαίνουν, άλλοι και άλλες αποκλείονται, άλλοι και άλλες μεταθέτουν για ακόμη μία φορά την προσδοκία του διορισμού. Η εργασιακή τους ζωή εξαρτάται από έναν αριθμό σε έναν πίνακα, ενώ οι ανάγκες της εκπαίδευσης παραμένουν σταθερές και διαρκείς.

Δεν υπάρχει τίποτα το αξιοκρατικό σε μια κατάσταση όπου χιλιάδες εκπαιδευτικοί αναγκάζονται να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για θέσεις εργασίας που είναι υπαρκτές και το κράτος αρνείται να μετατρέψει σε μόνιμες. Δεν είναι αξιοκρατία να πρέπει ένας εκπαιδευτικός να πληρώνει ξανά και ξανά για να αποκτήσει προσόντα, προκειμένου να παραμείνει στη δουλειά του. Δεν είναι αξιοκρατία να θεωρείται φυσιολογικό ότι μετά από χρόνια προϋπηρεσίας μπορεί να βρεθεί ξαφνικά πίσω από συναδέλφους που απέκτησαν περισσότερα τυπικά προσόντα. Είναι ένας μηχανισμός πειθάρχησης και ανταγωνισμού, που καλλιεργεί την ατομική λύση σε ένα συλλογικό πρόβλημα.

Και μέσα σε αυτή την κούρσα υπάρχει ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα: ποιος πληρώνει και ποιος κερδίζει; Όταν η πρόσβαση στη μόνιμη εργασία συνδέεται με τη διαρκή συσσώρευση τίτλων, πιστοποιήσεων και προσόντων, ο εκπαιδευτικός καλείται να επωμιστεί όλο και μεγαλύτερο οικονομικό και προσωπικό κόστος για να παραμείνει «ανταγωνιστικός». Γύρω από αυτή την ανάγκη έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη αγορά προσόντων, που τροφοδοτείται από την αγωνία χιλιάδων εκπαιδευτικών να μη μείνουν πίσω. Τίτλοι και πιστοποιήσεις, συχνά αμφιβόλου ποιότητας, αποκτούν έτσι εμπορευματική αξία επειδή συνδέονται με την πρόσβαση στην εργασία. Η ανασφάλεια, επομένως, δεν παραμένει μόνο εργασιακή συνθήκη· μετατρέπεται και σε πεδίο οικονομικής εκμετάλλευσης. Το κράτος μεταφέρει το κόστος της εργασιακής ανασφάλειας στον ίδιο τον εκπαιδευτικό, ο οποίος καλείται διαρκώς να πληρώνει, να επιμορφώνεται και να «επενδύει» στον εαυτό του για να διεκδικήσει μια θέση που το σχολείο έτσι κι αλλιώς έχει ανάγκη. Το προσοντολόγιο δεν είναι μόνο μηχανισμός ανταγωνισμού και πειθάρχησης· είναι και ένας μηχανισμός που μετατρέπει την ανάγκη για εργασία σε εμπόρευμα.

Γιατί όταν η μόνιμη εργασία μετατρέπεται σε διαγωνισμό προσόντων, κάποιοι δεν ανταγωνίζονται για να βρουν δουλειά· κάποιοι άλλοι έχουν ήδη βρει μια πολύ επικερδή αγορά.

Η κατάσταση αυτή δεν αφορά μόνο τους πίνακες. Συνδέεται με τον συνολικό μετασχηματισμό της εκπαίδευσης και της εργασίας. Το σχολείο της αγοράς χρειάζεται έναν εκπαιδευτικό ευέλικτο, διαθέσιμο, κινητικό, διαρκώς αξιολογούμενο και διαρκώς πρόθυμο να αποδεικνύει την «αξία» του. Έναν εργαζόμενο που θα αποδέχεται την ανασφάλεια ως φυσιολογική κατάσταση και θα επωμίζεται ατομικά το κόστος της εργασιακής του αναπαραγωγής. Το προσοντολόγιο αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς αυτής της πολιτικής, γιατί μετατρέπει την ανάγκη για εργασία σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των εκπαιδευτικών.

Και εδώ δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε ποιοι άνοιξαν τον δρόμο. Το προσοντολόγιο θεσμοθετήθηκε με τον νόμο 4589/2019, επί υπουργίας Κώστα Γαβρόγλου. Δεν ξεχνάμε, λοιπόν, ότι η σημερινή κατάσταση δεν αποτελεί αποκλειστικά δημιούργημα της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Η Νέα Δημοκρατία έχει τεράστια πολιτική ευθύνη για τη διατήρηση και την εμβάθυνση αυτού του συστήματος, όμως η λογική της μετατροπής του διορισμού σε διαγωνισμό προσόντων έχει συγκεκριμένη πολιτική ιστορία. Δεν μπορεί να διαγράφεται από τη μνήμη επειδή σήμερα κάποιοι από τους πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου εμφανίζονται ως δήθεν ριζοσπαστική αντιπολίτευση.

Οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν πολύ καλά ποιοι κυβέρνησαν, ποιοι νομοθέτησαν και ποιοι υπερασπίστηκαν πολιτικές που σήμερα συνεχίζονται. Δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να εμφανίζεται ως «αντισυστημικός» πάνω στα ερείπια πολιτικών που ο ίδιος συνδιαμόρφωσε. Η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύψει τις ευθύνες της πίσω από το παρελθόν, αλλά ούτε και όσοι κυβέρνησαν προηγουμένως μπορούν να ξεπλύνουν τις δικές τους ευθύνες καταγγέλλοντας εκ των υστέρων τις συνέπειες των επιλογών τους. Η αντιπαράθεση δεν είναι αντιπαράθεση προσώπων. Είναι αντιπαράθεση με την ίδια την πολιτική που αντιμετωπίζει την εκπαίδευση ως πεδίο διαχείρισης της εργασιακής ανασφάλειας και τους εκπαιδευτικούς ως αναλώσιμους.

Οι νέοι πίνακες, λοιπόν, δεν είναι απλώς μία ακόμη διαδικασία κατάταξης. Είναι η πιο πρόσφατη αποτύπωση μιας πολιτικής που κρατά χιλιάδες εκπαιδευτικούς σε διαρκή αναμονή και ομηρία και τους υποχρεώνει να αντιμετωπίζουν την εργασία ως διαρκή διαγωνισμό. Πίσω από κάθε αριθμό του πίνακα υπάρχει ένας εκπαιδευτικός που έχει εργαστεί επί χρόνια στα σχολεία, έχει μετακινηθεί, έχει αναμετρηθεί με την επισφάλεια και τώρα καλείται ξανά να περιμένει. Η απάντηση σε αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι η ατομική προσαρμογή σε ένα σύστημα που αναπαράγει την ανασφάλεια. Είναι η συλλογική οργάνωση και διεκδίκηση για να αλλάξει το ίδιο το πλαίσιο.

Η λύση δεν είναι να τρέξουμε όλοι λίγο πιο γρήγορα στην ίδια κούρσα.

Η λύση είναι να ακυρώσουμε την κούρσα.

Ο αγώνας μας παραμένει ανυποχώρητος! Οι ζωές των αναπληρωτών δεν μετριούνται με ακαδημαϊκά κριτήρια ταξικού χαρακτήρα, αρνούμαστε την απαξίωση των πτυχίων και της προϋπηρεσίας μας. Όχι στον ανταγωνισμό και την ανθρωποφαγία. Δεν αποδεχόμαστε τον ΟΑΕΔ ως μελλοντικό εργοδότη κανενός και καμίας εργαζόμενου/ης! Ούτε σκέψη για γραπτό διαγωνισμό ΑΣΕΠ και συνέντευξη! Υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα όλων μας στην σταθερή και μόνιμη εργασία με αξιοπρέπεια και δικαιώματα!

Καλούμε τους εκπαιδευτικούς να οργανωθούν και να αγωνιστούν απέναντι στην πολιτική της αδιοριστίας, της ελαστικής εργασίας και του διαρκούς ανταγωνισμού. Να μην αποδεχτούμε ως «κανονικότητα» μια κατάσταση στην οποία οι ανάγκες των σχολείων είναι μόνιμες, αλλά οι εκπαιδευτικοί παραμένουν προσωρινοί.

Διεκδικούμε:

– Μαζικούς μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών ΤΩΡΑ, για την κάλυψη όλων των αναγκών. Άμεσος διορισμός/μονιμοποίηση ΟΛΩΝ των αναπληρωτών που έχουν έστω και μία σύμβαση αποκλειστικά με το πτυχίο και ολόκληρη την προϋπηρεσία. Καμία απόλυση αναπληρωτή/τριας.

– Κατάργηση του νόμου 4589/19 (προσοντολόγιο) και του ν. 4692/20 Κεραμέως που αναπαράγουν την αδιοριστία, την κατηγοριοποίηση και τον ανταγωνισμό μεταξύ των εκπαιδευτικών. Όχι στον γραπτό ΑΣΕΠ, συνέντευξη και κάθε είδους φίλτρου που μετατρέπει το δικαίωμα στη μόνιμη εργασία σε ατομικό διαγωνισμό.

– Δημιουργία οργανικών θέσεων για όλες τις υπάρχουσες ειδικότητες σε όλα τα σχολεία.

– Πλήρη αναγνώριση της προϋπηρεσίας και κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων των αναπληρωτών και αναπληρωτριών. Εξίσωση των εργασιακών, ασφαλιστικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων μονίμων και αναπληρωτών προς τα πάνω.

– Κατάργηση της ελαστικής εργασίας στην εκπαίδευση και μόνιμη και σταθερή εργασία για όλους και όλες.