ΠΡΟΤΑΣΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ ΘΕΜΑ ΗΔ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.

 

Η θεσμοθέτηση του νέου Πειθαρχικού «Δίκαιου» (ν.5225/25) εντάσσεται σ’ ένα συνολικό πολιτικό κλίμα όξυνσης της κρατικής καταστολής (διοικητικής/ποινικής) με στόχο την εξάλειψη των αντιστάσεων στην κυβερνητική πολιτική και την γρήγορη προώθηση των νεοφιλελεύθερων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση και συνολικότερα στον δημόσιο τομέα. Στο στόχαστρο είναι οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα από την πρώτη στιγμή που η Ν.Δ βρέθηκε στην κυβερνητική εξουσία. Ωστόσο η κυβέρνηση με τον πειθαρχικό νόμο επιχειρεί να εμπεδώσει καθεστώς φόβου και υποταγής για εκπαιδευτικούς και τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους. Με το νομοθετικό αυτό πλαίσιο που συμπληρώνεται από τις πλατφόρμες για το bulling και eduquality δημιουργεί ένα καθεστώς πανοπτικής επιτήρησης, για εκπαιδευτικούς και μαθητές, μέσα σ’ ένα σχολείο – φυλακή.

Το νομικό οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση του εκπαιδευτικού και δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος περιλαμβάνει μια σειρά νομοθετικές πρωτοβουλίες, αποκορύφωμα των οποίων είναι η ψήφιση του ν. 5225./25. Έχουν προηγηθεί ανάλογες νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως οι τροποποιήσεις στον 3528/07 για αλλαγή της σύνθεσης των Πειθαρχικών Συμβουλίων, με την εκδίωξη των εκπροσώπων των εργαζομένων απ’ αυτά,(;;;) η απαγόρευση διεξαγωγής των τακτικών Γενικών Συνελεύσεων από τα πρωτοβάθμια εκπαιδευτικά σωματεία με άδεια της υπηρεσίας, η ψήφιση του αντεργατικού και αντιαπεργιακού νόμου 4808/21με τον οποίο μπήκε στο στόχαστρο το δικαίωμα της απεργίας και έγινε αδύνατη στην πράξη η άσκησή του.

Αυτός ακριβώς ο νόμος χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας με συνεχείς προσφυγές στα δικαστήρια για να χτυπηθεί η μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών στην απεργία – αποχή (από την εσωτερική αξιολόγηση στην αρχή και από την ατομική στη συνέχεια). Παρά τον πρόσκαιρο συμβιβασμό της πλειοψηφίας της ΔΟΕ (με την άρνηση επαναπροκήρυξής της), οι μαζικές γενικές συνελεύσεις των ΣΕΠΕ τον Μάρτη του 2024 και η επαναβεβαίωση της απεργίας – αποχής από τις ΓΣ και την Ολομέλεια Προέδρων της Δ.Ο.Ε. την 1η/4/2024 απέδειξε την αποφασιστικότητα του κλάδου ν’ αντιπαρατεθεί με την αξιολόγηση. Αυτό ανάγκασε την κυβέρνηση ν’ αλλάξει πλεύση στο ζήτημα της καταστολής. Δεν προχώρησε σε νέα προσφυγή στα δικαστήρια για την ακύρωση της νέας απεργίας αποχής.

Αντίθετα άλλαξε το πεδίο της αντιπαράθεσης και το κύριο όπλο της καταστολής δεν είναι πλέον οι προσφυγές με βάση το νόμο 4808/21 (χωρίς αυτό να σημάνει ότι αυτές παροπλίστηκαν εντελώς), αλλά το πειθαρχικό δίκαιο και ο αντιδραστικά αναμορφωμένος Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας. Η μετατόπιση στο πειθαρχικό πεδίο έγινε γιατί αυτό εξυπηρετούσε καλύτερα την πολιτική επιβολής του φόβου και γιατί αυτή η επιβολή έχει πιο εξατομικευμένο χαρακτήρα σε σχέση με τη δικαστική καταστολή της απεργίας – αποχής (μια διαδικασία που αφορά κυρίως πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια σωματεία και ως εκ τούτου απρόσωπη).

Αυτή η μετατόπιση καθοδηγήθηκε από τον ίδιο τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη και αποτυπώθηκε στην περίφημη δήλωση : «Συζητήσαμε την πορεία της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και νομίζω ότι εδώ πρέπει να είμαστε ειλικρινείς ότι είναι μια καινούρια διαδικασία, η οποία ακόμα δεν έχει φέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Η θέση μας είναι ξεκάθαρη και η κατεύθυνση που έχω δώσει στο υπουργείο πολύ σαφής: εάν κάποιος αρνείται επί της αρχής να αξιολογηθεί, δεν πρέπει να έχει θέση στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης». Μια δήλωση, που ταυτόχρονα συνιστά και ομολογία ήττας στο πεδίο της αντιπαράθεσης για την εφαρμογή της αξιολόγησης. Αυτή ακριβώς την αδυναμία της κυβέρνησης να προχωρήσει τις νεοφιλελεύθερες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις με τους ρυθμούς και τους χρόνους και τη συναίνεση που η ίδια θα ήθελε, ήρθε να καλύψει η ψήφιση του νέου πειθαρχικού νόμου (5225/25) και οι βαθιά αντιδραστικές αλλαγές που εισάγονται στο πειθαρχικό δίκαιο μ’ αυτόν.

Παραθέτουμε τις πιο βασικές από αυτές:

⚫Μετατρέπονται τα Πειθαρχικά Συμβούλια (Π.Σ.) σε πλήρως ελεγχόμενα ποινικά δικαστήρια για τους Δ.Υ., εξοβελίζεται η στοιχειώδης εκπροσώπηση των εργαζομένων (αιρετοί) με αποκλειστική σύνθεσή τους με μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δηλαδή διορισμένους συμβούλους του Δημοσίου που υπερασπίζονται νομικά την κυβέρνηση (δηλαδή τον εργοδότη τους). Ακόμα και οι δικαστές που ήταν οι πρόεδροι των Π.Σ αποκλείονται πλέον από τη σύνθεση τους. (Η δυνατότητα να παραστεί ως παρακολουθητής, χωρίς δικαίωμα ψήφου εκπρόσωπος τριτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, ύστερα από αίτηση του διωκόμενου, αποτελεί – προφανώς- εμπαιγμό).

⚫ Επιβάλλονται fast track διαδικασίες εκδίκασης υποθέσεων με ασφυκτικές προθεσμίες, καταργώντας ενδιάμεσα βήματα, προβλέπεται ακόμα και ομαδική εκδίκαση (!!) υποθέσεων που έχουν συνάφεια. Καταργείται η δυνατότητα άσκησης ένστασης κατά των αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων. Οι συνάδελφοι θα αναγκάζονται να στρέφονται προσφυγές στα διοικητικά δικαστήρια βάζοντας βαθιά το χέρι στην τσέπη. Σε περίπτωση στέρησης μισθού έως 1 μήνα ο υπάλληλος δεν έχει ούτε δικαίωμα δικαστικής προσφυγής και προστασίας!

⚫ Αποστειρώνονται οι διαδικασίες και το δικαίωμα παρέμβασης των εργαζομένων με εξ αποστάσεως συνεδριάσεις, με κατάθεση διοικητικά ηλεκτρονικού φακέλου και λήψη αποφάσεων μέσω του κεντρικού πληροφοριακού συστήματος των 50 νομικών συμβούλων του κράτους. Θεσμοθετείται επίσης η επίδοση με e-mail, όπου θεωρείται ότι ο διωκόμενος το έλαβε 3 εργάσιμες ημέρες από την αποστολή του, ενώ αυτός μπορεί να βρίσκεται σε νόμιμη άδεια, να βρίσκεται στο νοσοκομείο κλπ, καταπατώντας εργασιακό ωράριο, δικαιώματα, αμφισβητώντας ακόμα και τα στοιχειώδη δικαιώματα υπεράσπισης.

⚫ Θεσμοθετείται για πρώτη φορά η «πειθαρχική συνδιαλλαγή», όπου ο διωκόμενος υπάλληλος μπορεί να αναλάβει τις «ευθύνες» του, να ομολογήσει την «ενοχή» του και να υποστεί ηπιότερη ποινή. Ένας ωμός εκβιασμός – δήλωση μετανοίας και προσβολή κάθε ίχνους αξιοπρέπειας.

⚫ Ταυτίζονται αδικήματα κοινού ποινικού δικαίου όπως υπεξαίρεση, διαφθορά, πλαστογραφία, πράξεις κατά της γενετήσιας ελευθερίας με κατηγορίες για συνδικαλιστική δράση (ακόμα και απεργία), όπως απείθεια, αναξιοπρεπής συμπεριφορά, άρνηση αξιολόγησης ποινικοποιώντας τη συνδικαλιστική πολιτική δράση. Η «αναξιοπρεπής και ανάρμοστη συμπεριφορά» ως ερμηνεία της διεκδίκησης των δικαιωμάτων μας, «η απείθεια», «η κακόβουλη άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊστάμενης αρχής», «η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας» χτυπώντας το κύμα αλληλεγγύης και την υποστήριξη των διωκόμενων, ήδη αξιοποιούνται ως κατηγορητήριο στις διώξεις συνδικαλιστών (Κ. Τουλγαρίδης, Σ. Καραμπά, Κ. Μητρομάρα, Χ. Χοτζόγλου, Σ. Καψαλάκη κλπ), απεργών και γενικά υπαλλήλων που διεκδικούν ανθρώπινες σχέσεις εργασίας, καλύτερες υπηρεσίες για τους πολίτες κλπ. Παράλληλα προστίθενται νέα αδικήματα για τα οποία μπορεί να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης – απόλυσης, όπως η «άσκηση έργου με αμοιβή χωρίς άδεια της υπηρεσίας».

⚫ Αυστηροποιούνται και διευρύνονται οι πειθαρχικές ποινές συνολικά. Για παράδειγμα διπλασιάζεται η αρχική ποινή για μη συμμετοχή στην αξιολόγηση σε τουλάχιστον δύο μήνες στέρηση μισθού και οριστική παύση στην δεύτερη «άρνηση». Προστίθενται νέες, αυστηρότερες ποινές, όπως η αφαίρεση έως 4 μισθολογικών κλιμακίων και η στέρηση μισθολογικής εξέλιξης έως 5 έτη. Αυξάνονται τα πρόστιμα στέρησης μισθού έως 5 μήνες, ενώ ανοίγει η βεντάλια για περιπτώσεις που μπορούν να επιβληθούν διοικητικά πρόστιμα φτάνοντας από 3 έως και 30.000 ευρώ ή ακόμη και 100.000 ευρώ σε περιπτώσεις όπως παύση, υποβιβασμός, απαγόρευση προαγωγής. Διευρύνονται οι περιπτώσεις για επιβολή αυτοδίκαιης αργίας από τη Διοίκηση όπως σύλληψη, επιβολή περιοριστικών όρων (χτυπώντας καίρια την συνδικαλιστική δράση, αφού πολλοί αγωνιστές συλλαμβάνονται στο πλαίσιο κινητοποιήσεων και διεκδικήσεων).

⚫ Γίνεται ιδιώνυμο αδίκημα η «άρνηση υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης», που αντικαθιστά το πειθαρχικό αδίκημα της «αδικαιολόγητα μη έγκαιρης σύνταξης έκθεσης αξιολόγησης» ή παράλειψης αξιολόγησης με όποιο τρόπο.

Βέβαια το ζήτημα δεν περιορίζεται στην επιβολή της αξιολόγησης. Τα δημόσια και κοινωνικά αγαθά , όπως η δημόσια υγεία , η δημόσια παιδεία, οι συγκοινωνίες κ.α μπαίνουν στο στόχαστρο της ιδιωτικοποίησης. Ταυτόχρονα με την πρόταση της κυβέρνησης για άρση της μονιμότητας με την αναθεώρηση του άρθρου 102 του Συντάγματος, οι δημόσιοι υπάλληλοι ως εργαζόμενοι εισέρχονται στο πεδίο της ανασφάλειας και της ελαστικής εργασίας. Στόχος η μετατροπή τους σε υποταγμένες και πειθαρχημένες μονάδες, χωρίς ΣΣΕ και δικαιώματα υπό το φόβο της απόλυσης, σε μόνιμη ομηρία στο έλεος κάθε κυβέρνησης και κάθε τοπικού παράγοντα.

… Και η συνδικαλιστική απάντηση;

Να θυμίσουμε ότι στην 94η Γενική Συνέλευση της ΔΟΕ, οι Παρεμβάσεις, θέσαμε επιτακτικά την ένταξη του θέματος για το νέο πειθαρχικό «δίκαιο» στην Η.Δ. Το αίτημα στήριξαν και η ΑΣΕ και η Πρωτοβουλία καθώς και μεμονωμένοι αντιπρόσωποι. Αίτημα που πολέμησαν με επιμονή οι ΔΑΚΕ-ΔΗΣΥ-ΔΙΚΤΥΟ με αποτέλεσμα να μην συζητηθεί στην προηγούμενη Γ.Σ. το φλέγον θέμα του πειθαρχικού, όταν ήταν στο παρά πέντε να ψηφιστεί.

Εφέτος στις 13 Μαΐου, η ΑΔΕΔΥ μας καλούσε να απεργήσουμε με ένα από τα 11 κεντρικά αιτήματα να είναι «Κατάργηση αντεργατικών νόμων και του νέου πειθαρχικού δικαίου».

Και όμως στην 95η ΓΣ της ΔΟΕ, η πλειοψηφία του Δ.Σ. της ΔΟΕ (ΔΑΚΕ-ΔΗΣΥ-ΔΙΚΤΥΟ) εισηγείται την «Άρση όλων των διατάξεων αυστηροποίησης και μεγέθυνσης των πειθαρχικών ποινών τόσο ως προς το εύρος των περιπτώσεων όσο και ως προς το ύψος τους, που επέφερε ο ν. 5225/2025» καθώς και «Ουσιαστικό διάλογο κυβέρνησης και Ομοσπονδιών στην κατεύθυνση της άμεσης τροποποίησης των προβλέψεων του ν.5225/2025». Δηλαδή, ενώ το τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο έχει θέση για κατάργηση ενός νόμου που θεσπίστηκε κατά πρωθυπουργική παραγγελία, ειδικά για να προβλέπει την απόλυση απεργών από την αξιολόγηση, η ΔΟΕ, η Ομοσπονδία με χιλιάδες πειθαρχικές διώξεις για συμμετοχή στην απεργία-αποχή από την αξιολόγηση, επιχειρείται να πραγματοποιήσει μια εντυπωσιακή κυβίστηση σε μια εξευτελιστική θέση που θα μιλάει για «άρση των διατάξεων αυστηροποίησης για διάλογο και τροποποίηση των προβλέψεων του ν.5225/2025»! Ποιων ακριβώς προβλέψεων; Αυτών που θα μας υπαγορεύσουν τα κυβερνητικά/κομματικά επιτελεία;

Ας μην αναρωτιόμαστε, λοιπόν, για τις αιτίες της εργασιακής εξουθένωσης των εκπαιδευτικών. Με πυρήνα το νέο Πειθαρχικό Δίκαιο σταδιακά και μεθοδικά χτίζεται το σχολείο του φόβου, το σχολείο-φυλακή όπου κάθε πειθαρχικό παράπτωμα, ακόμα και το πιο αμελητέο, συγχέεται και αντιμετωπίζεται ως ποινικό αδίκημα ενώ ταυτόχρονα πλανάται στα σχολεία μια διάχυτη αίσθηση υπηρεσιακής απειλής . Όλα αυτά, αποτελούν βασικό παράγοντα απαξίωσης του κύρους και της αξιοπρέπειας του εκπαιδευτικού, δημιουργούν αδιανόητες παθογένειες, διαμορφώνουν ένα υπερσυντηρητικό αυταρχικό κλίμα και οδηγούν χιλιάδες εκπαιδευτικούς, τον ανθό του κλάδου, σε Πειθαρχικά και διώξεις.

Όχι στη σιωπή λοιπόν, απόφαση για όλα αυτά τώρα. Όχι στο σχολείο-φυλακή, στο σχολείο-κολαστήριο όπου αυτοκτονούν εκπαιδευτικοί και παιδιά, στο σχολείο του φόβου, στο σχολείο της αγοράς, στο σχολείο των Διευθυντών με το Δ κεφαλαίο. Ναι στο σχολείο της παιδαγωγικής ελευθερίας, των δημοκρατικών συλλογικών διαδικασιών, στο σχολείο το δημόσιο, δωρεάν, το σχολείο ανοιχτό για όλα τα παιδιά, το σχολείο της φαντασίας, της μόρφωσης, το σχολείο του σεβασμού και της ενσυναίσθησης, το σχολείο της Δασκάλας και του Δάσκαλου με Δ κεφαλαίο. Ένα σχολείο που θα δίνει τον χώρο για να ανθίσει η κριτική παιδαγωγική, για να απλώσουν τα όνειρά τους οι νέοι/ες συνάδελφοι.

Προϋπόθεση λοιπόν για μια αξιοπρεπή απόφαση της 95ης Γενικής Συνέλευσης της ΔΟΕ είναι η ψήφιση της κατάργησης του νέου πειθαρχικού «δικαίου» και όχι τα συναινετικά μισόλογα

1. Κατάργηση του πειθαρχικού νόμου 5225/25 και του αντεργατικού νόμου 4808/21

2. Να πάρουν πίσω όλα τα πειθαρχικά κ τις συνδικαλιστικές διωξεις -Δικαιωση τώρα όλων των εκπαιδευτικών που αγωνίζονται.

3. Απόλυτη διάκριση ποινικών αδικημάτων και πειθαρχικών παραπτωμάτων, με την αστυνομία να καθορίζεται απολύτως αναρμόδια για τα δεύτερα.

4. Κατάργηση των αντιεκπαιδευτικών νόμων 4690/20 και 4823/21

5. Κατάργηση της πλατφόρμας eduquality και της αντίστοιχης για το bulling

6. Παιδαγωγική Ελευθερία στα σχολεία – Δημοκρατία και ελεύθερη συνδικαλιστική δράση σε όλους τους τόπους δουλειάς

7. ΌΧΙ στην άρση της μονιμότητας των δημοσίων Υπαλλήλων και την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος.