ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΥΤΟΝΟΜΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΕΣ
ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ - ΝΕΑ


Ανακοινώσεις
Η στάση μας στη ΔΟΕ

Η στάση μας στην ΑΔΕΔΥ
Οικονομικά
Σύλλογοι
Αδιόριστοι
Εκπαιδευτικά

Διεθνή
Φωτογραφίες
Εντυπα των Κινήσεων
Σχήματα
Αλλες διευθύνσεις

 

 

ΑρχήΑρχή

 

Επικοινωνία:

Φόρμα επικοινωνίας

Η ΜΑΪΚΑ -ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΝΑ ΒΕΝΕΤΙΑ

Παρουσίαση του βιβλίου ου Γιάννη Ατζακά «Διπλωμένα φτερά»

 

          Υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγίσεις ένα λογοτεχνικό κείμενο-βιβλίο, τόσοι, όσοι και οι λόγοι που μας αρέσει ,το αποδεχόμαστε ή το απορρίπτουμε.

          Το λογοτεχνικό κείμενο είναι ένα απόλυτα υποκειμενικό γεγονός και με την υποκειμενικότητα σχετίζεται με ένα άλλο υποκείμενο, τον αναγνώστη. Η σχέση δοσμένη σε δυο σύνολα από τις θεωρίες λογοτεχνικής ανάλυσης. Το ένα σύνολο η κατάσταση παραγωγής , ο συγγραφέας-αφηγητής ή νοητός ομιλητής- αφήγηση. Το δεύτερο σύνολο είναι η κατάστασης αντίληψης- ο νοητός αναγνώστης- ανάγνωση . Τα δύο σύνολα του συγγραφέα-αφηγητή και του αναγνώστη εμπλέκονται δημιουργώντας υποσύνολα.

          Ο αναγνώστης επιλέγει ένα βιβλίο γιατί τον συγκινεί (βουλητική λειτουργία του κειμένου ) βρίσκει ταυτότητα, κοινότητα εμπειριών, λύσεις για τη ζωή του. Ο συγγραφέας ανήκει σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και έχει στη διάθεση του κειμενικά συστήματα από τα οποία αντλεί τους κώδικες ,τις μορφές και τα στοιχεία που θα χρησιμοποιήσει για να συνθέσει το μήνυμά του. Αποφασίζει για ποιο σκοπό γράφει ,τι θέλει να πει, αναλαμβάνει ένα ρόλο και παράγει ένα κείμενο. Αφηγείται, περιγράφει, παρατηρεί.

          Ο συγγραφέας του βιβλίου που σας παρουσιάζω επιλέγει την αφήγηση ως είδος κειμένου και από την αρχή ξεκαθαρίζει τους λόγους που γράφει. Γράφει γιατί θυμάται και γιατί διαβάζει. Η μνήμη παρούσα, εμπύρετος, φέρνει στον ύπνο και τον ξύπνιο τη μορφή της γιαγιάς. Γράφει γι αυτήν για να της αποδώσει  ότι της ανήκει, για να τη διασώσει από τη λησμονιά αυτήν και τον κόσμο της .

          Το σκοτεινό δάσος της μνήμης ξανοίγεται μπροστά του και από κοντά να τον συντροφεύουν τα διαβάσματα του, ο Παπαδιαμάντης , ο Σολωμός , φανερά διακειμενικά στοιχεία. Τα εργαλεία του είναι η μνήμη και  ό,τι χρόνια αποθησαύριζε διαβάζοντας. Η μνήμη «ο διαρρεύσας χρόνος». Τι ακριβώς συμβαίνει, αναρωτιέται ο Παπαγιώργης, όταν ανακαλούμε τη μορφή ενός προσώπου, την εικόνα του σπιτιού όπου ζήσαμε τα παιδικά μας χρόνια; Ξαναβλέπουμε κάτι που ζήσαμε κάποτε, απαντά , ένα παλαιό νυν επανέρχεται, χωρίς να γνωρίζουμε αν εμείς διαβήκαμε το κατώφλι του ή αν αυτό πολύκαιρο, βαθύβιο, ξέθωροπάτησε πόδι στο τώρα μας. «Η μνήμη, το έσοπτρον που φέρουμε στη συνείδησή μας , που δεν είναι άλλο από το βιωμένο εγώ που συγκρατεί την χαμένη ζωή δια της απώλειας». Ανακαλώ τη χαμένη ζωή που αποκαθίσταται και η ανάκληση οικειώνει το τότε και το τώρα αποκαθιστά την αρμονία, συνεχίζει τους κύκλους ζωής κλείνει τις παλιές υποθέσεις.

          Ο Γιάννης Ατζακάς συναντάει τον εαυτό του και επιλέγει ως όχημα τη γραφή μέσα από την αφήγηση. Γιατί αφήγηση υπάρχει εκεί όπου εξιστορείται ένα συμβάν. Και συμβάν είναι κάτι που αλλάζει, δηλαδή, η ζωή του και η ζωή της γιαγιάς του  που μεταβάλλεται, μετατοπίζεται, προχωράει. Αυτές οι αλλαγές του συμβάντος συνιστούν την πλοκή της αφήγησης. Οι ρόλοι- χαρακτήρες, οι σχέσεις, η δράση, ο χώρος , αποτελούν  την παραδειγματική διάσταση του κειμένου.

          Ας ξεκινήσουμε με το χώρο.

  Ο χώρος είναι και αυτός ένας ρόλος, ένας χαρακτήρας, το χωριό Θεολόγος της Θάσου και τα γύρω τοπωνύμια , οι ανωφέρειες και κατωφέρειες , οι εξοχές, τα πηγάδια , οι λάκκοι και τα δέντρα του.  Η φύση παρούσα συνεχώς , δεμένη ακόμα και με την καταγωγή  του. Οι περιγραφές του περιβάλλοντα χώρου οδηγούν τη σκέψη σε ένα άλλο νησί την Σκιάθο, χωρίς όμως να διαπιστώνονται ομοιότητες, επαναλήψεις και ηθογραφίες, αλλά η φύση, όπως λέει για τον Παπαδιαμάντη ο Ελύτης, αποκτά μια προέκταση ηθική, δεν είναι τοπίο, ένα σύνολο υδάτων και φυτών, αλλά η προβολή της ψυχής ενός λαού  επάνω στην ύλη.

          Το νήμα της αφήγησης το κρατά ο ενήλικας Γιάννης και ακολουθεί δυο χρόνους, τον τωρινό και τον παρελθόντα, με συνεχή μπρος πίσω στο χρόνο που όμως είναι διακριτά και δίνουν ενότητα στο κείμενο χωρίς να μπερδεύουν.

           Το νήμα όμως είναι η γιαγιά Βενετιά, ο βίος και ο, άρρηκτα μαζί της δεμένος, βίος του παιδιού. Η γιαγιά, μια ισχυρή αρχετυπική μορφή που φέρνει στο νου μνήμες μητρογραμμικών κοινωνιών. Τη συναντάς στα λαϊκά παραμύθια, στα δημοτικά τραγούδια , στα μυθιστορηματικά κείμενα. Είναι η γιαγιά του Βυζηϊνού «Στο μόνο της ζωής μου ταξίδιον», η γιαγιά που διαφεντεύει και ορίζει το σπίτι και τον παππού που είναι ΄΄μπόσικος, χασεμένος ΄΄.  Η γιαγιά Βενετιά είναι η Μάικα που λέμε εδώ, η Μεγάλη Μάνα «που θεραπεύει κάθε ασθένεια με το χάδι». Χθόνιο πλάσμα μέσα από τη γη βγαλμένο. Κοιτώ και ξανακοιτώ τη φωτογραφία του εξωφύλλου . Σταυρώνει τα χέρια σαν να ντρέπεται και να  λέει «άντε βγάλε με, σου κάνω το χατίρι». Προσπαθώ να  προσδιορίσω χρονικά πότε να είναι βγαλμένη.  Συμπεραίνω, ίσως μετά την επιστροφή του Γιάννη από τις σπουδές  του , γιατί δείχνει χαρούμενη, επαρκής. Κοιτάζω τα δάχτυλα και θυμάμαι τις δικές μου γιαγιάδες, το ξερό δέρμα, το στεγνό από τα χρόνια και από κάτω να θαμπώνουν οι φλέβες. Τα χέρια τους παράταιρα μεγάλα σε σχέση με το ισχνό κορμί που δεν ξέρουν τον αναπαμό και φαντάζουν παράδοξα όταν ησυχάζουν.

          Η μάνα που χάθηκε πολύ πρόωρα δεν υπάρχει ούτε σαν ανάμνηση,  μόνο ένας πόνος που την  υπενθυμίζει  στο σώμα του παιδιού –ενήλικα , κάθε φορά που αντικρίζει το λάκκο με τα μαύρα νερά που ήταν  υπεύθυνος για τον χαμό της. Το κενό της μάνας έρχεται να πληρώσει η γιαγιά που ορμηνεύει το «παιδούλι της» , που ελέγχει τις επιδόσεις του.

          Ο πατέρας υπάρχει σαν μνήμη θολή και η απώλεια του συνδέεται με την πολιτική κατάσταση της εποχής. Αντάρτης στα βουνά και η γιαγιά να αντιμετωπίζει την «απερισκεψία» του και τους «ηρωισμούς»του με ειρωνεία και θυμό , όπως η Εκάβη στο «Τρίτο  Στεφάνι» που είχε και αυτή γιο κουμουνιστή ,το Δημήτρη, που υπερασπίστηκε τον εαυτό του στο δικαστήριο σαν το βούλγαρο  κουμουνιστή Δημητρώφ, μόνο που του δικού της γιου, του Δημήτρη,  του λείπε το «ωφ», όπως λέει η Εκάβη. 

          Ο παππούς  ξωχάρης, απ’ εκείνους τους παλιούς ανθρώπους

«με ένα παλιό πουνέντε κυριολεκτικά στο γείσο του προσώπου του»,  ένας από τους τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες, που λέει ο Ελύτης,  που θα  μπορούσε να είναι απευθείας απόγονος του Πρόκλου, του αγάλματος   που βρήκε στο χτήμα του στο Παλίρι. Δούλος και σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντα. Ο παππούς που σύναψε φιλίες με το άγαλμα, αρνείται το ξενιτεμό του Γιάννη για να μάθει  γράμματα στην παιδόπολη, αλλά υποχωρεί στη θέληση της γιαγιάς.

          Ο αποχωρισμός δύσκολος, η γιαγιά συνοδεύει το «Γιαννούδι της» και χρησιμοποιεί ένα ψέμα , ένα δώρο ανεπίδοτο-μια μηχανή, για να μείνει το παιδί στο ίδρυμα. Ήταν αποφασισμένη και την άλλη μέρα τού πάει μια ταπεινή τενεκεδένια φλογέρα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δύο ρήματα και μια μικρή κοφτή πρόταση για να περιγράψει το συντελεσμένο. «Έφυγε, γύρισε στο νησί».

          Το πολιτικό πλαίσιο που λειτουργεί η αφήγηση του βιβλίου «Διπλωμένα Φτερά» είναι η εποχή του εμφυλίου, το δεύτερο αντάρτικο . Ο συγγραφέας ανακατασκευάζει το ιστορικό περιβάλλον του εμφυλίου μέσα από ένα μέτρο μικρό,  σε μια δοσμένη κλίμακα (την ιστορία των 6 ανταρτών που έρχονται να εκδικηθούν έναν προδότη) σκιαγραφώντας το σημαντικό  γεγονός της σύγχρονης ιστορίας. Περιγράφει τις δυο αντίπαλες πλευρές, την αντίδραση του επίσημου κράτους, τα αδιέξοδα και τα διλήμματα μιας σύρραξης , τις σχέσεις και τις αντιφάσεις των ανθρώπων. Τα πρόσωπα του κειμένου αποκτούν βάθος , ορθώνονται και προσδιορίζονται από το ιστορικό βάρος , αποκτούν αλήθεια, υπόσταση, καθώς συντελείται η μοίρα τους από το δημόσιο γεγονός.

          Από την άλλη βρίσκεται ο ιδιωτικός χώρος της γιαγιάς. Ο Ατζακάς μέσα από την ιστορία ζωής της Βενετιάς αποδίδει ιστορικότητα και πολιτική σημασία στην ιδιωτική σφαίρα που είναι ο χώρος δράσης των γυναικών. Αφηγείται όψεις της καθημερινής ζωής , προβάλλει τις ξεχασμένες διαδρομές της ζωής των γυναικών από την επίσημη ιστορία. 

Οι γυναίκες που δεν ανέβηκαν στα βουνά  στον εμφύλιο είχαν ένα άλλο πόλεμο αδυσώπητο, να υποστούν τις συνέπειες των πολιτικών ενεργειών των δικών τους ( από τους αντιπάλους). Να ακολουθήσουν το κύκλο της ζωής ,   με την αναπαραγωγή, τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων,  τη σκληρή εργασία στα χωράφια και γενικότερα με τη διατήρηση της συνοχής  της οικογένειας όταν όλα γύρω χανόταν.

Η γιαγιά Βενετιά και οι συγχωριανές της τα κάνουν όλα αυτά και παραλίγο να πληρώσει και η ίδια το αντίτιμο για την πολιτική δράση του γιού της. Ο συγγραφέας προσδίδοντας ιστορική διάσταση στην  εμπειρία των γυναικών  φωτίζει μια άλλη όψη του εμφυλίου και προσφέρει ένα ακόμη εργαλείο στην κοινωνική ιστορία  του εμφυλίου που δεν γράφεται μόνο με μάχες και στρατούς.

Η Γλώσσα.

 Ο Ατζακάς έχει,  όπως και άλλοι συγγραφείς ( Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός ), δυο γλώσσες στο κείμενο του, δυο συντακτικές δομές. Η μια είναι η φωνή του συγγραφέα που αναστοχάζεται και εξιστορεί, και οι άλλες φωνές είναι του παιδιού και της γιαγιάς στο ιδιόλεκτο του τόπου των ηρώων. Η μία γλώσσα πιο δουλεμένη να προδίδει διαβάσματα αλλά και να χρησιμοποιεί στοιχεία λαϊκά.  Η άλλη ντοπιολαλιά του νησιού της Θάσου , τραχιά , ακριβής ,ζωντανή.  Η μια γλώσσα να υποστηρίζει την άλλη και να βρίσκονται σε αρμονία τόσο που να μην τις διακρίνεις , να γίνονται ένα.

Όπως στον Σωτήρη Δημητρίου στο ¨Ντιαλίθιμ Χρηστάκη¨ έτσι και στον Ατζακά διασώζεται ένας γλωσσικός κώδικας αποξεχασμένος , πολύτιμος, πλούσιος, που λέει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι και υπηρετεί την επικοινωνιακή λειτουργία της γλώσσας-ομιλίας.

Τελειώνοντας αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που κάνει το βιβλίο σπουδαίο όταν όλα έχουν ειπωθεί και γραφτεί με διάφορους τρόπους. Τι κάνει καινούρια πράγματα, τα ξαναϊδωμένα. Σκέφτομαι ότι είναι η σχέση του συγγραφέα με το δημιούργημα του, ότι κατορθώνει να φτιάξει το δικό του μοναδικό σύμπαν όπου «ακόμα χωράει το θάμα». Να μιλήσει, όπως λέει ο Ελύτης για τον Παπαδιαμάντη, για τις λίγες ψυχές του χωριού του και με την ταπεινή βαθμίδα και  να αποκτήσουν τη σημασία ολόκληρης ηπείρου. Ένα κείμενο που δεν μπορείς να προσθέσεις ή να αφαιρέσεις τίποτα ολόκληρο ένα γεγονός,  γραφή , αφήγηση , λέξεις , ατόφιοι ήρωες , τόσο που να ζεις με αυτούς τόσο που να περνάει η σύμβαση της γραφής στην ίδια τη ζωή.

Θα αναπαυθούμε λέει η Σώνια στο τέλος του  θεατρικού έργου του Τσέχωφ «Θείος Βάνιας». Αυτό το ρήμα σκεφτόμουν συνέχεια για τη γιαγιά Βενετιά που επιλέγει τον τρόπο του θανάτου της , την αποχώρηση, το πέρασμα στο επέκεινα. Πετώντας κλείνει ο κύκλος της ζωής της .

«Καθόμουνα καμιά φορά και την έβλεπα με ματιά επίμονη, σαν να’θελα να την κρατήσω για πάντα στη  μνήμη μου, με τη χιλιοτριμμένη ρόμπα και τη μαύρη μαντίλα της. Με τα χρόνια είχε απομείνει δυο κάτια μόνο. Η καμπουρούδα της, όπως την έλεγε πάντα, είχε στρογγυλέψει ακόμη πιο πολύ. Τα ζυγωματικά  της,  έντονα πάντα, είχανε τονιστεί ακόμη περισσότερο, και όσο της έφευγε η σάρκα από πάνω της, τόσο τα μάτια της έπαιρναν και μεγαλύτερη λάμψη. Είχε αρπάξει κάποια πούντα, μέσα σ’ αυτό το σαράγι που ζούσε μόνη της και που, από χρόνο σε χρόνο, ρήμαζε όλο και πιο πολύ- τώρα κι αν έμπαζε από παντού! Είχε κρατήσει πάλι μπροστά στη φωτιά εκείνο το πισσωμένο πανί, τον μπλάστρη της, και περίμενε να μαλακώσει να το βάλω πάλι στην πλάτη της, όπως έκανα πάντα. Είχε ανασηκώσει λίγο το ρούχο της και περίμενε. Εγώ κάπως δίστασα κι αυτή, χωρίς να με βλέπει το είχε μαντέψει, ως φαίνεται. Τότε ήταν που μου είπε τα λόγια εκείνα ΄΄ Εμένα ο Χριστός εν’ αδελφός μου. Μην κοιτάς αυτήν την  καμπουρούδα μου εμένα. Εκεί εν’ κρυμμένα και διπλωμένα τα φτερά μου. Όταν έρθει η δική μου ώρα, μ’ αυτά θα πετάξω να πάω στον ουρανό, κοντά στο Χριστό μου, ν’αναπάψω κι εγώ πια το κορμάκι μου…»

Λένα Παπαδοπούλου διαβάζοντας : Ρολάν Μπαρτ , Κάριν Boklund- Λαγοπούλου, Κωστή Παπαγιώργη, Γεώργιον Βυζηϊνό, Οδυσσέα Ελύτη, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Κώστα Ταχτσή, Σωτήρη Δημητρίου, Άντον Τσέχωφ.


ΕπιστροφήΕπιστροφή

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΥΤΟΝΟΜΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΕΣ
ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

ΠεριεχόμεναΠεριεχόμενα