ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ

 

Η αναφορά στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1997 και η αποτίμηση του ρόλου της είναι σήμερα μια πολιτική αναγκαιότητα , πέντε χρόνια μετά τη θεσμοθέτησή της και με ορατά και συγκεκριμένα τ' αποτελέσματα της όσον αφορά την εκπαιδευτική πραγματικότητα. Η μεταρρύθμιση αυτή πρέπει να κατανοηθεί ως οργανικό μέρος του σχεδίου εκσυγχρονισμού - αναδιάρθρωσης του ελληνικού καπιταλισμού στη δεκαετία του ' 90. Το νόημα της έννοιας του εκσυγχρονισμού και στην εκπαίδευση , όπως και στην υπόλοιπη κοινωνία , δεν είναι ουδέτερο. Ο εκσυγχρονισμός σημαίνει ενδυνάμωση του ρόλου των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων και διαιώνιση του εκμεταλλευτικού και καταπιεστικού χαρακτήρα τους. Σημαίνει ενδυνάμωση του κυρίαρχου κοινωνικού ρόλου της εκπαίδευσης όπως αυτός διαγράφεται στις καπιταλιστικές κοινωνίες, γι ' αυτό και στις σημερινές συνθήκες της κρίσης το εκσυγχρονιστικό σχέδιο δε σημαίνει τίποτα περισσότερο από τη συντριβή των αδυνάτων. Στηρίζεται σε μια συνολική προσπάθεια αναπροσαρμογής των αρχών της εκπαιδευτικής πολιτικής όπως ιστορικά έχουν διαμορφωθεί στην Ελλάδα από την δεκαετία του '60 και επιχειρεί την αναμόρφωση της λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος με βάση τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα της αγοράς και της προσαρμογής του στις νέες πραγματικότητες της οργάνωσης της εργασίας και του παραγωγικού μοντέλου. Επιχειρεί το κλείσιμο ενός ιστορικού κύκλου στην ελληνική εκπαίδευση όπου κυρίαρχη εκπαιδευτική μορφή είναι το δημόσιο μαζικό σχολείο και το άνοιγμα ενός νέου με διαφορετικής μορφής σχολείο που θα είναι προσαρμοσμένο στην ευέλικτη εργασία και τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική παραγωγή. Για τους συντάκτες του μανιφέστου της μεταρρύθμισης '' Εκπαίδευση 2000 Για μια Παιδεία Ανοικτών Οριζόντων '' στο κατώφλι του 21ου αιώνα , προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη η ποιοτική αναβάθμιση της Παιδείας , η ανάπτυξη ικανοτήτων και η απόκτηση νέων ευέλικτων δεξιοτήτων.'' (σελ.3). Στην ίδια κατεύθυνση η εισηγητική έκθεση του ν. 2525 / 97μιλάει '' για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνικο- οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και με την ανάπτυξη στα εκπαιδευόμενα άτομα των δεξιοτήτων εκείνων που οι συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς εργασίας και της κοινωνικής ζωής ,η διεθνοποίηση της οικονομίας και του '' πολιτισμού'' και η επανάσταση στη χρήση και διάδοση των πληροφοριών καθιστούν καθημερινά αναγκαίες.''(σελ.2). Οι τομές που επιχειρήθηκαν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα με τη μεταρρύθμιση είναι ποιοτικού χαρακτήρα και χαρακτηρίζονται από ρήξη και ασυνέχεια με τις προηγούμενες αρχές των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων. Το στοιχείο της ασυνέχειας και της ρήξης είχε αναγορευτεί σε πολιτική αναγκαιότητα όλη την περίοδο εκκόλαψης του βασικού νόμου της μεταρρύθμισης. Προλογίζοντας την εισηγητική έκθεση του Ο.Ο.Σ.Α για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα ο Γ. Παπανδρέου , έγραψε. '' Τις τελευταίες δεκαετίες , το εκπαιδευτικό σύστημα έχει υποστεί πολυάριθμες αλλαγές , κυρίως στο οργανωτικό και το θεσμικό επίπεδο. Εν τούτοις , έχει γίνει σαφές ότι η εκπαίδευση στην Ελλάδα χρειάζεται συνολική αναθεώρηση στο επίπεδο των θεμελιακών αρχών ''1 και διαπίστωνε την ανάγκη ριζικών αλλαγών και όχι απλώς μεταρρυθμίσεων.2 Διακηρύσσεται η ανάγκη ενός νέου αστικού σχολείου αναπροσανατολισμένου σε μεγάλο βαθμό στους στόχους ,στο περιεχόμενο της γνώσης , την οργάνωση και τη διοίκηση. Κάθε ερμηνεία της σημερινής κατάστασης στην εκπαίδευση και των αλλαγών που πραγματοποιούνται σ' αυτό το χώρο προϋποθέτει την κατανόηση της σχέσης εκπαίδευσης και οικονομίας καθώς και μια συγκεκριμένη αντίληψη για την κρίση. Το σχολείο είναι μια ιστορικά καθορισμένη κοινωνική λειτουργία. Η λειτουργία του αυτή καθορίζεται από τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις και με τη σειρά του συμβάλλει στη διευρυμένη αναπαραγωγή τους. Όσο κι αν ο κοινωνικός ρόλος του αστικού σχολείου είναι δεδομένος στα αστικά πλαίσια ως προς τον βασικό του στόχο, ωστόσο το εκπαιδευτικό σύστημα είναι αναγκασμένο ν' αναπροσαρμόζεται συνέχεια στις νέες πραγματικότητες της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Οι λεγόμενες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις είναι ακριβώς προσπάθειες της πολιτικής εξουσίας για αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος με βάση αυτές τις πραγματικότητες και τις ανάγκες που δημιουργούν σε γνώση και ειδικευμένη εργατική δύναμη. Κάθε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση , χωρίς" ν' αποτελεί μια απλή αντιστοίχηση του σχολείου στις απαιτήσεις της παραγωγής έχει πάντοτε ένα συγκεκριμένο οικονομικό και κοινωνικό περιεχόμενο που διαμορφώνεται με βάση τα κυρίαρχα κοινωνικά συμφέροντα. Εκφράζει ταξικούς και γενικότερους κοινωνικούς συσχετισμούς , όπως αυτοί διαμορφώνονται σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο.

Σήμερα η αστική τάξη εκμεταλλευόμενη τον ευνοϊκό κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό που προέκυψε γι ' αυτή στη δεκαετία του ' 90 προωθεί και στα εκπαιδευτικά συστήματα ιστορικών διαστάσεων αλλαγές που αποκλείουν μεγάλα στρώματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας από στοιχειώδη μορφωτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Γύρω από αυτές τις αλλαγές επιδιώκεται η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εξασφάλιση κοινωνικής συναίνεσης και η συνέχισή τους άσχετα από κυβερνητικές ή άλλες αλλαγές στη διοίκηση του κράτους . Μπροστά στη μεγάλη κοινωνική αντίδραση που συναντούν οι νεοφιλελεύθερες τομές στην εκπαίδευση αυτό είναι θεμελιακή προϋπόθεση για να μπορέσουν να στεριώσουν. Δεν είναι τυχαίο που κάτι τέτοιο προτείνεται ως βασική αρχή της εκπαιδευτικής πολιτικής από τους εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού στην εκπαίδευση. '' Η χάραξη μιας εκσυγχρονιστικής πορείας για την παιδεία μας προϋποθέτει μια εκπαιδευτική πολιτική με διαύγεια, σταθερότητα στόχων , και διάρκεια η οποία δεν μεταβάλλεται επειδή αλλάζουν οι κυβερνήσεις ή και οι υπουργοί ''3 . Στο πολιτικό επίπεδο η συναίνεση είναι υπαρκτή. Τόσο τα συντηρητικά όσο και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν αποδεχτεί τη νεοφιλελεύθερη λογική για την εκπαίδευση και οι διαφορές μεταξύ τους είναι ελάχιστες ακόμα και σε θέματα τακτικής. Τη συναίνεση αυτή συμπληρώνει η στήριξη των Μ.Μ.Ε και ειδικά των ιδιωτικών και μιας μεγάλης πλειοψηφίας πανεπιστημιακών κυρίως διανοουμένων που στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν υλικούς δεσμούς με το κράτος. ( βλ. Ευρωπαϊκά προγράμματα).

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις θεωρούμε ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1997 είναι προσπάθεια απάντησης στην κρίση της εκπαίδευσης απ ' την πλευρά των κυρίαρχων κοινωνικών συμφερόντων και κυρίως αυτών που συνδέονται με τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική παραγωγή. Η κρίση της εκπαίδευσης είναι μια αναπόφευκτη πραγματικότητα που μπορεί να εξομαλύνεται ή να ξεπερνιέται προσωρινά , σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να έχουμε μια οριστική άρση των αντιφάσεων που τη διαμορφώνουν. Οι αντιφάσεις αυτές είναι δομικές γι ' αυτό και αξεπέραστες στα πλαίσια της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας.4 Κάθε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αποτελεί προσπάθεια διακανονισμού και άρσης των αντιφάσεων του εκπαιδευτικού συστήματος σε μια δεδομένη συγκυρία. Είναι επίσης μια προσπάθεια η άρση και ο διακανονισμός αυτών των αντιφάσεων να συνδεθεί με τη γενικότερη στρατηγική του κεφαλαίου για την εκπαίδευση. Η Κρίση μπορεί να είναι κρίση της κατανεμητικής λειτουργίας , δηλ. της ικανότητας του να κατανείμει τους εκπαιδευόμενους με βάση τις ανάγκες του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας ή ιδεολογική , να πείσει δηλ. , για τη στροφή προς την τεχνική εκπαίδευση και τη χειρωνακτική εργασία. Μπορεί να είναι κρίση ιδεολογική , αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος να πείσει για τις αξίες και τις απόψεις της κυρίαρχης ιδεολογίας τις οποίες προσπαθεί ν ' αναπαράγει.

Η μορφή του σχολείου και της εκπαίδευσης που μέχρι σήμερα γνωρίσαμε είναι προϊόν της ιστορικής εξέλιξης και αποτέλεσμα συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών μιας ολόκληρης εποχής ( τεϋλορισμός - φορντισμός , μαζική παραγωγή , κράτος πρόνοιας - καταναλωτική κοινωνία ). Μαζική εκπαίδευση του πληθυσμού μέσα από ''ενιαία'' σχολεία , που εκπαίδευαν με βάση τα κυρίαρχα πολιτισμικά πρότυπα της μαζικής παραγωγής και σε σταθερά γνωστικά αντικείμενα ώστε να εξασφαλίζεται η ένταξη σε θέσεις σταθερής εργασίας. Η σημερινή όμως πραγματικότητα είναι διαφορετική. Στο '' Λευκό Βιβλίο για την εκπαίδευση και την κατάρτιση '' της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (1995) γίνονται μερικές χαρακτηριστικές επισημάνσεις : '' η μαζική παραγωγή φθίνει προς όφελος μιας περισσότερο πολύμορφης παραγωγής. Η μακρόχρονη τάση για ανάπτυξη μόνιμης μισθωτής εργασίας , πλήρους απασχόλησης και απροσδιόριστης διάρκειας δηλαδή ,δείχνει ν ' ανατρέπεται. Η οργάνωση της επιχείρησης εξελίσσεται στην κατεύθυνση της ελαστικότητας και της αποκέντρωσης. Η επιδίωξη της ευελιξίας , η ανάπτυξη των συνεργασιών σε δίκτυα , η διαρκώς αυξανόμενη προσφυγή στην υπεργολαβία , είναι ορισμένες από τις συνέπειες της διείσδυσης των τεχνολογιών της πληροφόρησης".5 Οι αλλαγές που γίνονται στον εκπαιδευτικό χώρο έχουν συγκεκριμένη κοινωνική βάση. Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου και η ανασύνθεση του εργασιακού και παραγωγικού μοντέλου προϋποθέτουν ένα "άλλο" σχολείο. Αυτό το άλλο σχολείο θα λειτουργεί σε μια πιο στενή συνεργασία με την επιχείρηση και θα καλλιεργεί διαφορετικού τύπου δεξιότητες από το σημερινό ( καλλιέργεια της φαντασίας , της κοινής λογικής , της παρατήρησης κ.λ.π.).

Η Μεταρρύθμιση του 1997 με τους νόμους 2525 και 2640 προσπαθεί να δώσει απάντηση στο αίτημα για αλλαγές στην εκπαίδευση με βάση τις νέες εξελίξεις στους τομείς της παραγωγής και της εργασίας , μια απάντηση πιο συγκροτημένη και πιο επεξεργασμένη από άλλες προηγούμενες προσπάθειες , όπως π.χ. το εκπαιδευτικό πολυνομοσχέδιο του 1991. Οι σχεδιαστές της γνώριζαν την έλλειψη κοινωνικής νομιμοποίησης των επιλογών τους και ότι θα έχουν ν ' αντιμετωπίσουν ένα μεγάλο και δυνατό εκπαιδευτικό κίνημα που θα επεδίωκε την ανατροπή των σχετικών νόμων. Γι ' αυτό και δεν διάλεξαν το δρόμο της συνολικής αντιπαράθεσης , αλλά της σύγκρουσης με επιμέρους κομμάτια του εκπαιδευτικού κόσμου που θίγονταν από τις ρυθμίσεις των αντιεκπαιδευτικών νόμων και την κοινωνική απομόνωση του καθενός απ ' αυτά τη στιγμή που αγωνιζόταν. ( μαθητικές καταλήψεις , κινητοποίηση ενάντια στο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. ' 98 )

Οι τομές που εισάγει τόσο ο νόμος 2525/97 όσο και ο πρόσφατα ψηφισμένος 2986 /02 είναι ποιοτικού χαρακτήρα : Συγκεκριμένα με τον πρώτο νόμο 1. δημιουργείται το Ενιαίο Λύκειο στο οποίο συνενώνονται όλοι οι μέχρι τότε τύποι Λυκείου ( Γενικά , Τεχνικά , Πολυκλαδικά ) , 2. Καταργείται η επετηρίδα διορισμού των εκπαιδευτικών και η πρόσληψη γίνεται μέσω του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. 3. Θεσμοθετείται το λεγόμενο Ολοήμερο σχολείο και 4. τα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας . ένταξη σ' αυτή όχι μόνο γνώσεων και δεξιοτήτων αλλά και συμπεριφορών όπως η συμμετοχή , το ενδιαφέρον του μαθητή κ.λ.π .6 Το Λύκειο μετατρέπεται σε χώρο συνεχών και παρατεταμένων εξετάσεων , όχι τυχαία. Με τη μεταφορά των εξετάσεων στο εσωτερικό του και τη σκλήρυνσή τους επιχειρείται η ανακατανομή της ροής του μαθητικού πληθυσμού προς την τεχνική εκπαίδευση , της οποίας η μορφή και το περιεχόμενο αναδιαμορφώνεται ριζικά. Η ανακατανομή της ροής του μαθητικού πληθυσμού είναι ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα της μεταρρύθμισης , καθώς εκεί απέτυχαν οι προηγούμενες απ ' αυτή. Η κρίση κατανομής του μαθητικού πληθυσμού αποτέλεσε σ' ολόκληρη τη μεταπολίτευση και συνεχίζει ν ' αποτελεί μία από τις βασικές όψεις , αν όχι τη βασικότερη όψη της κρίσης της ελληνικής εκπαίδευσης. Προέκυπτε και πάλι η ανάγκη να στραφεί το μεγαλύτερο μέρος του μαθητικού πληθυσμού , αυτό των λαϊκών στρωμάτων, προς τα Τ.Ε.Ε , έτσι ώστε η '' ελεύθερη πρόσβαση '' προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση ν ' αφορά ένα συγκεκριμένο από κοινωνική άποψη κομμάτι μαθητών. Μαθητές με μεσοαστική και αστική κοινωνική καταγωγή και γενικά από ευνοημένα κοινωνικά περιβάλλοντα. Η ελεύθερη πρόσβαση , που κάθε άλλο παρά τέτοιο είναι στην πραγματικότητα , θα αφορά αυτούς που θα επιβιώσουν σ' ένα έντονα ανταγωνιστικό και επιλεκτικό Λύκειο στο οποίο επιβιώνουν οι λίγοι. Πριν τη θεσμοθέτηση της μεταρρύθμισης η αξιολόγηση παρουσιάζεται σαν μια από τις σημαντικότερες συνιστώσες του εκπαιδευτικού προβλήματος και με τη θεσμοθέτησή της έχουμε ένταση των αξιολογικών μηχανισμών ποιοτικά και ποσοτικά ( εξετάσεις για τους μαθητές και στις τρεις τάξεις του Λυκείου , συνυπολογισμός του βαθμού όλων των μαθημάτων με βάση συντελεστές ) . Διευρύνονται κυρίως οι τομείς και τα αντικείμενα της αξιολόγησης και συμπεριλαμβάνονται σ ' αυτή πέρα από τους παραδοσιακούς τομείς των γνώσεων και των δεξιοτήτων και μια σειρά άλλοι τομείς δραστηριότητας του παιδιού στο σχολείο , όπως η συμμετοχή , το ενδιαφέρον κ.λ.π. Πρόκειται για επιλογή εξαιρετικής σημασίας καθώς ο ρόλος των εργαζομένων απαιτεί μια σειρά δεξιότητες όπως το ενδιαφέρον , η αξιοποίηση της φαντασίας πέρα από παραδοσιακές γνώσεις και δεξιότητες. Σημειώνεται ακόμα και σωστά ότι '' κάτω απ ' αυτές τις προϋποθέσεις γίνεται σαφές ότι επιχειρείται διεύρυνση του κοινωνικού ελέγχου στη συνολική παρουσία και δράση του μαθητή ο οποίος υπόκειται σε συνεχή επιτήρηση , αξιολόγηση , παρέμβαση , παρέμβαση και προσαρμογή αν λάβουμε υπόψη ότι η βαθμολόγηση παίζει καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση της '' ελεύθερης πρόσβασης '' και της '' ελεύθερης επιλογής ''.7

Τις επιπτώσεις της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης μπορούμε να τις κατατάξουμε σε τέσσερις βασικές κατηγορίες:

1. την σημαντική αύξηση της κοινωνικής ανισότητας , την ένταση της ταξικής επιλογής και την αύξηση της σχολικής διαρροής.

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την Ο.Λ.Μ.Ε. για την αποτυχία στο Λύκειο είναι πολύ χαρακτηριστικά των αποτελεσμάτων της Μεταρρύθμισης σ' αυτό τον τομέα. Στη φετινή χρονιά πενταπλασιάζεται το ποσοστό των μαθητών της Β' Λυκείου που παραπέμπονται ως μετεξεταστέοι το Σεπτέμβριο , σε σχέση με το μέσο όρο του ποσοστού στα χρόνια πριν τη μεταρρύθμιση. Το 12,33% των μαθητών της Β΄Λυκείου δεν κατάφερε να προαχθεί στη Γ΄ και το 4,97% των μαθητών της Γ΄ Λυκείου δεν κατάφερε να πάρει απολυτήριο. Πριν την εφαρμογή της μεταρρύθμισης φοιτούσαν στο Λύκειο 292.000 , σήμερα φοιτούν 243.000. Σε μια τριετία έχουμε μείωση των μαθητών κατά 48.000. Τη στροφή μεγάλου μέρους του μαθητικού πληθυσμού από τα εργατικά λαϊκά στρώματα προς τα Τ.Ε.Ε. Η γεωγραφική κατανομή της στροφής προς τα ιδρύματα αυτά δείχνει περιοχές με χαμηλή οικονομική ανάπτυξη και απομονωμένες. Τα παιδιά αυτών των περιοχών φοιτούν στα Τ.Ε.Ε. σε ποσοστό 40% -50%. Τα ποσοστά αποτυχίας στις εξετάσεις της Β΄Λυκείου είναι υπερβολικά αυξημένα στις απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές και στις εργατικές συνοικίες του λεκανοπεδίου. Τέλος το οικονομικό κόστος της φοίτησης στο Λύκειο είναι αρκετά υψηλό. Το 73% των μαθητών αναγκάζεται να προετοιμαστεί σε φροντιστήρια και η μηνιαία δαπάνη είναι κατά μέσο όρο 73.000 δρχ. Ένα ποσοστό 42% δαπανά μέχρι και 95.000 δρχ. το μήνα σε ιδιαίτερα μαθήματα. Η οικογένεια δαπανά ανά μαθητή τετραπλάσιο ποσοστό χρημάτων σε σύγκριση με το κράτος.

2. την απαξίωση του ρόλου των εκπαιδευτικών , την υποβάθμιση της θέσης τους στην εκπαιδευτική διαδικασία και την υπονόμευση των εργασιακών τους σχέσεων.

Ο εκπαιδευτικός με βάση τα νεοσυντηρητικά ιδεολογήματα που δικαιολογούν τις επιλογές της μεταρρύθμισης είναι υπεύθυνος για την κρίση της εκπαίδευσης γι' αυτό και χρειάζεται η αυταρχική διοικητική επιτήρηση , η καταστολή των όποιων παρεκκλίσεων από την κρατική διδακτική και η εξάλειψη και των τελευταίων υπολειμμάτων παιδαγωγικής ελευθερίας και εργασιακής δημοκρατίας που μπορεί να υπάρχουν στο σημερινό σχολείο. Η αξιολόγηση λειτουργεί ως μηχανισμός χειραγώγησης και εμπέδωσης της νέας εργασιακής πειθαρχίας που διαμορφώνει το αγοραίο σχολείο. Μέτρα όπως η κατάργηση της επετηρίδας πέρα από την ενοχοποίηση των ίδιων των θυμάτων για την ανεργία τους προωθούν ευρύτερες στοχεύσεις. Τα πτυχία αποσυνδέονται από τα όποια εργασιακά δικαιώματα και αυτός που πιστοποιεί και σε τελική ανάλυση αποφασίζει για την είσοδο στο επάγγελμα είναι η καπιταλιστική αγορά. Σε μια προηγούμενη ιστορική φάση η δυνατότητα ανήκε στο εκπαιδευτικό σύστημα , ενώ σήμερα ύστερα από αυτές τις εξελίξεις υποβιβάζεται στο ρόλο του '' πρωτογενή προπαρασκευαστικού μηχανισμού αναπαραγωγής της ειδικευμένης εργατικής δύναμης '' ( Π. Ντούσκος : Εκπαιδευτικό Σύστημα και Σύστημα Αναπαραγωγής της Ειδικευμένης Εργατικής Δύναμης Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1997 στην Ελλάδα , εκδ. Gutenberg , Αθήνα 1998. σελ. 64.)

Παράλληλα ο κρατικός καταναγκασμός διεισδύει μέσα στην καθημερινότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας για εκπαιδευτικούς και μαθητές και προσπαθεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αξιολόγησης στην πράξη αλλά και του αυταρχικού δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα. Ο λόγος για το σχολικό κανονισμό που επιχειρεί μια αυταρχική κηδεμόνευση της πρακτικής και των μαθητών και των εκπαιδευτικών. Ο έλεγχος της προσωπικότητας και η αυταρχική ανασυγκρότηση της ιεραρχίας είναι τα βασικά στοιχεία του προτεινόμενου σχεδίου κανονισμού λειτουργίας σχολείων. Η πειθάρχηση αποκτά χαρακτηριστικά ανοιχτής καταστολής , ο ρόλος του συλλόγου διδασκόντων γίνεται διακοσμητικός και μαθητές και εκπαιδευτικοί απαξιώνονται εντελώς από το να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων.

Ο σχολικός κανονισμός ορίζεται σαν το '' σύνολο των όρων και κανόνων που αποτελούν τις προϋποθέσεις για ν ' ασκείται ανενόχλητα , μεθοδικά και αποτελεσματικά το έργο του σχολείου ''.(σελ. 1) Η σχολική κοινότητα παρουσιάζεται σαν ομάδα που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας , χωρίς όμως να γίνεται λόγος ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά. Σκοπός του σχολείου στο κείμενο του σχεδίου κανονισμού είναι η ομαλή κοινωνική ένταξη των μαθητών και γι αυτό το σκοπό περιγράφεται ως επιθυμητός τρόπος λειτουργίας ένα ιεραρχικό πλαίσιο με συγκεκριμένη κατανομή ρόλων (σελ.1) , την εφαρμογή του οποίου αφήνει σε κάθε σχολείο , το οποίο θα πρέπει να προσαρμόσει στις συγκεκριμένες πραγματικότητες στις οποίες λειτουργεί. Ο σκοπός της επιλογής είναι η εξασφάλιση μεγαλύτερης κοινωνικής συναίνεσης γύρω από την εφαρμογή του. Το απλοϊκό σκεπτικό των συντακτών του κειμένου δεν μπορεί ν ' αποκρύψει τον χειραγωγικό χαρακτήρα του. Μερικά παραδείγματα: ανάγεται σε '' ευαίσθητο ζήτημα αυτό που αφορά την κόσμια και ευπρεπή εμφάνιση των μαθητών , τα όρια της οποίας πάντως , κατά τους συντάκτες του κειμένου θεωρούνται δυσδιάκριτα'' ( σελ.7). Παρόλο λοιπόν τον δυσδιάκριτο χαρακτήρα του προβλήματος η κοινότητα της τάξης σε συνεργασία με το σύμβουλο καθηγητή και σε συνεργασία με τους γονείς μπορεί να επιχειρήσει παρέμβαση '' (σελ.7) , προς σωφρονισμό του όποιου παιδιού θα προκαλέσει τον κοινωνικό κομφορμισμό… Αν δεν έχουμε μ' αυτό τον τρόπο αποτελέσματα '' η ευθύνη μεταφέρεται στο δεκαπενταμελές μαθητικό συμβούλιο και τέλος στο σύλλογο διδασκόντων '' που κι 'αυτοί αναλαμβάνουν αστυνομικά καθήκοντα. Η ελεύθερη έκφραση των μαθητών και η αυθόρμητη επιλογή των μαθητών θεωρείται θεμιτή για τη διοχέτευση της ενεργητικότητας των μαθητών , όμως ως απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίησή τους ορίζεται η διοικητική και παιδαγωγική πειθαρχία…(σελ.7) Η αναφορά στους εκπαιδευτικούς γίνεται μέσα από φράσεις , '' οφείλουν '' , '' είναι απαραίτητο '' , '' έχουν υποχρέωση '' , '' πρέπει '' και φυσικά να προσέχουν την μορφή και το ύφος της γλώσσας τους και την κοινωνική τους ζωή … Έτσι πρέπει να διαμορφωθεί το πρότυπο του κομφορμιστή και γιατί όχι συμμορφωμένου προς τας υποδείξεις κακομοίρη δασκαλάκου ώστε και τα πρότυπα αναφοράς των παιδιών να είναι ανάλογα και ο συντηρητισμός των μικρών κοινωνιών να ικανοποιείται. Πρόκειται για προσπάθεια δημιουργίας ενός καθεστώτος αυταρχικής κηδεμόνευσης , απαλλοτρίωσης από δικαιώματα ΄τόσο στη διοίκηση της σχολικής μονάδας , όσο κυρίως στη διδακτική πράξη. Διδακτική ανελευθερία, εργασιακός δεσποτισμός και καταστολή της υποκειμενικότητας του μαθητή είναι το τρίπτυχο που συνθέτει την ουσία του σχολικού κανονισμού.

3. τον αναπροσανατολισμό των στόχων και του περιεχομένου της εκπαιδευτικής διαδικασίας προς τις απαιτήσεις της αγοράς με πιο άμεσο και πιο έντονο τρόπο απ ' ό,τι αυτό γίνονταν στο παρελθόν.

Διακηρύσσεται πλέον ως στόχος της εκπαίδευσης η καλλιέργεια εκείνων των δεξιοτήτων και η αναμόρφωση των γνωστικών αντικειμένων που χρειάζεται το νεοφορντικό μοντέλο της παραγωγής. Στο Λευκό Βιβλίο διαβάζουμε ότι '' η προσέγγιση σχολείου και επιχείρησης αποτελεί μια προτεραιότητα ,στην οποία οι κοινωνικοί εταίροι οφείλουν να συμμετάσχουν πλήρως '' ( σελ.44).

4. την οργάνωση του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος με βάση τα πρότυπα της αγοράς και την ενίσχυση του κρατικού συγκεντρωτισμού στον τρόπο διοίκησης.

Το σχολείο καλείται να λειτουργήσει σαν επιχείρηση , να προσφέρει στο κεφάλαιο το είδος εκείνο της εργατικής δύναμης που απαιτεί η νέα οργάνωση της παραγωγής με το ελάχιστο δυνατό κόστος. Αυτό έχει αναχθεί σε βασική αρχή της εκπαιδευτικής πολιτικής. Δεν πρόκειται παρά για μια από τις κλασσικές στρατηγικές εξόδου από την κρίση που επιδιώκει '' να μειώσει τις τιμές του μεταβλητού κεφαλαίου ( μισθοί , μεροκάματα , σύνταξη , ασφάλιση ) με δύο τρόπους:

Πρώτον, με τις απευθείας περικοπές στους μισθούς ( στην τιμή της εργατικής δύναμης ) και δεύτερον, με τη δραστική μείωση του κόστους αναπαραγωγής της ζωντανής εργασίας στους τομείς της υγείας , παιδείας , πρόνοιας. ''8

Το τελευταίο αυτό σκέλος εκτός από τη δραστική περικοπή των δαπανών για λειτουργία των σχολείων περιλαμβάνει ιδιωτικοποιήσεις πολλών παραμέτρων της εκπαιδευτικής διαδικασίας , την επιβολή διδάκτρων στις μεταπτυχιακές σπουδές κατά παράβαση της σχετικής διάταξης του Συντάγματος, την προσπάθεια κατάργησης της δωρεάν παροχής συγγραμμάτων , την είσοδο στα σχολεία ιδιωτικών εταιρειών για τα προγράμματα της πληροφορικής , τις απαιτήσεις που κατά καιρού έχουν ακουστεί για εκχώρηση της επιμόρφωσης και της ενισχυτικής διδασκαλίας επίσης σε ιδιώτες , καθώς και του τομέα παραγωγής διδακτικού υλικού , ενίσχυση του ανταγωνισμού και του ατομικισμού μέσα από τη λειτουργία του σχολείου. Γενικά την απογύμνωση του εκπαιδευτικού συστήματος από κάθε έννοια κοινωνικού δικαιώματος.

Το Υ.Π.Ε.Π.Θ. μπροστά στο σημαντικό κίνημα που αναπτύχθηκε τα προηγούμενα χρόνια ενάντια στη μεταρρύθμιση έκανε τακτικές κινήσεις ελιγμού και απέσυρε κάποια μέτρα ακραίας αντιδραστικότητας , όπως το Σώμα Μονίμων Αξιολογητών ,μείωσε τον αριθμό των εξεταζομένων μαθημάτων στο Λύκειο , δεν έχει όμως υποχωρήσει στο ελάχιστο από τους στρατηγικού χαρακτήρα στόχους της μεταρρύθμισης. Με τους κατάλληλους ταχτικούς ελιγμούς και την αναζήτηση γι' αυτή ευνοϊκών συγκυριών θα επιδιώξει την επιβολή της σ' ολόκληρο τον εκπαιδευτικό χώρο.

Η πρόσφατη ψήφιση του ν 2986 /02 αποτελεί συνέχεια της μεταρρύθμισης , άνοιγμα ενός καινούργιου μετώπου για την επιβολή της λογικής της. Μετά τους μαθητές και τους αδιόριστους εκπαιδευτικούς έρχεται ν' ακουμπήσει τους μόνιμους εκπαιδευτικούς και να ανασυγκροτήσει σε συγκεντρωτικά και αυταρχικά πρότυπα τον τρόπο διοίκησης του σχολείου.


Παραπομπές

  1. Γ. Παπανδρέου: Πρόλογος στο ΟΟΣΑ , Επισκόπηση του Εκπαιδευτικού Συστήματος , 1996 , σελ. Χ.

  2. Γ. Παπανδρέου: οπ. παρ. σελ. ΙΧ.

  3. Β. Κοντογιαννόπουλου : Παιδεία εκσυγχρονισμός υπό αναστολή , εκδ. Gutenberg , Αθήνα , 1991 ,σελ. 27.

  4. Γ. Μηλιός : Εκπαίδευση και Εξουσία Κριτική της καπιταλιστικής εκπαίδευσης, εκδ. ΘΕΩΡΙΑ , Αθήνα 1986 , σελ.

  5. Ευρωπαϊκή Επιτροπή : Λευκό Βιβλίο για την εκπαίδευση και την κατάρτιση , Αθήνα 1996 , σελ. 7.

  6. Γ.Μαυρογιώργος : Αξιολόγηση στην εκπαίδευση και αστυνόμευση της κρίσης … περ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ , τευχ. 99, 1998 , σελ. 24 -25

  7. Γ. Μαυρογιώργος : Αξιολόγηση και αστυνόμευση της κρίσης … οπ. παρ. σελ. 25.

  8. Θ. Τσιριγώτης: Νεοσυντηρητικές Αναδιαρθρώσεις στην οικονομία και Εκπαίδευση , στο Χ.Κάτσικας - Γ. Καββαδίας : Κρίση του Σχολείου και Εκπαιδευτική Πολιτική , εκδ. Gutenberg , Αθήνα , 1998 , σελ. 23.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΧΡ. ΚΑΤΣΙΚΑΣ - Γ. ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ : Κρίση του Σχολείου και Εκπαιδευτική Πολιτική, Eκδ. Gutenberg , Αθήνα 1998 , A. Kαζαμίας - Μ. Κασσωτάκης : Ελληνική Εκπαίδευση Προοπτικές Ανασυγκρότησης και Εκσυγχρονισμού. Αθήνα 1995. Γ. Μηλιού : Καπιταλιστική Αναδιάρθρωση και Εκπαιδευτική Διαδικασία περ. ΘΕΣΕΙΣ , τευχ. 47. Μ. Μπαρτσίδη --Ε. Χοντολίδου : Παγκοσμιοποίηση και Εκπαίδευση. Ο μύθος της αποδυνάμωσης των εθνικών κρατών και ο ρόλος τους στα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα ΘΕΣΕΙΣ, τευχ. 80 , 2002. Γ.Μηλιός : Εκπαίδευση και Εξουσία Κριτική της καπιταλιστικής εκπαίδευσης , εκδ. ΘΕΩΡΙΑ , Αθήνα 1986.

ΧΡ.ΡΕΠΠΑΣ

ΕπιστροφήΕπιστροφή ΠεριεχόμεναΠεριεχόμενα