Απρ 272015
 

24/4/2015

Μετά από 2,5 μήνες “κυοφορία” η πολιτική ηγεσία του Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θ. αποφάσισε επιτέλους να δημοσιοποιήσει  τις θέσεις της και να νομοθετήσει. Δυστυχώς όμως μια βδομάδα μετά την πρώτη παρουσίαση των «ουσιωδών σημείων» των κυβερνητικών προθέσεων, συνεχίζουμε να μη γνωρίζουμε τίποτα περισσότερο από αυτά, αφού το Πολυνομοσχέδιο για την Παιδεία και το νομοσχέδιο για «αποτροπή της βίας στα γήπεδα» δόθηκαν στη δημοσιότητα χωρίς τις ανακοινωμένες στη συνέντευξη τύπου ρυθμίσεις. Όπως ακριβώς, μ’ άλλα λόγια, όλο το προηγούμενο διάστημα η πολιτική ηγεσία του Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θ. αρκείται σε δελτία τύπου, συνεντεύξεις και διαρροές (που καθένα αναιρεί το προηγούμενο…), χωρίς να εκφράζει συγκεκριμένες θέσεις, να τις θέτει σε διάλογο και κυρίως (3 μήνες πια μετά τις εκλογές…) να δίνει λύσεις στα τεράστια προβλήματα που μαστίζουν την εκπαίδευση. Πολύ δε περισσότερο δε δικαιολογείται η έλλειψη διαλόγου με τους φορείς των εκπαιδευτικών (ΔΟΕ, ΟΛΜΕ κ.ά.) από μια κυβέρνηση που προεκλογικά διατυμπάνιζε τη διάθεσή της να ικανοποιήσει το σύνολο σχεδόν των αιτημάτων του εκπαιδευτικού κινήματος και μετεκλογικά ακολουθεί άλλους δρόμους.

Ξεπερνώντας όμως το ζήτημα της διαδικασίας κι ερχόμενοι στην ουσία των κυβερνητικών ανακοινώσεων κι αν δει κανείς τι περιέχουν και κυρίως τι δεν περιέχουν αυτές, διαπιστώνουμε ότι δεν ικανοποιούνται βασικά και ώριμα αιτήματα του εκπαιδευτικού – λαϊκού κινήματος. Γιατί στην πραγματικότητα τα μεγάλα και ουσιώδη προβλήματα της εκπαίδευσης και τα κυρίαρχα αιτήματα του εκπαιδευτικού κινήματος μένουν έξω από το πλαίσιο των μέχρι τώρα κυβερνητικών ανακοινώσεων. Γιατί τα βασικά στοιχεία του νομοθετικού πλαισίου που οικοδομούν το σχολείο της αγοράς φαίνεται να μένουν ανέγγιχτα και το οικοδόμημα στέκει αγέρωχο. Γιατί κι αν ακόμα δεχτούμε την πρόθεση της κυβέρνησης να τις καταργήσει, το μέχρι τώρα ανακοινωμένο νομοθετικό της έργο για την παιδεία δείχνει μια άτολμη και ανεπιτυχή προσπάθεια κατάργησης των αντιλαϊκών μνημονιακών (και όχι μόνο) ρυθμίσεων.

Γιατί ναι μεν είναι θετικό ότι έχουν παγώσει οι αξιολογικές διαδικασίες στο σχολείο και ότι με το πολυνομοσχέδιο καταργείται η εξωτερική αξιολόγηση και απαλείφεται κάθε αναφορά στην ατομική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού από τις αρμοδιότητες της ΑΔΙΠΠΔΕ αλλά η ίδια η ΑΔΙΠΠΔΕ, το νεοφιλελεύθερης αντίληψης αυτό κατασκεύασμα, δεν καταργείται. Όπως δεν καταργούνται και η «αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου» από τις αρμοδιότητες της ΑΔΙΠΠΔΕ ούτε οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες και η κατάρτιση δεικτών και κριτηρίων γι αυτήν και δεν επανέρχεται η ακώλυτη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη. Και παρά το ότι δεν γνωρίζουμε ακόμη αν και ποιες διατάξεις του νομοθετικού πλαισίου της αξιολόγησης θα καταργηθούν, αφού δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα οι σχετικές τροπολογίες που θα συμπεριληφθούν στο νομοσχέδιο Κοντονή, είναι ξεκάθαρο ότι δεν ικανοποιείται το αίτημα του εκπαιδευτικού κινήματος για κατάργηση όλου του θεσμικού πλαισίου της αξιολόγησης. Αντίθετα (και παράλληλα με το νέο νομοσχέδιο για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων που ετοιμάζεται από τον Κατρούγκαλο) η πολιτική ηγεσία του ΥΠΟΠΑΙΘ και επίσημα πια με την αιτιολογική έκθεση του πολυνομοσχεδίου, ανοίγει τη συζήτηση για μια «άλλη αξιολόγηση» ή «αποτίμηση», εξωραΐζοντας με τον τρόπο αυτό τον όρο αξιολόγηση και επιχειρώντας να μας πείσει ότι υπάρχει και «καλή αξιολόγηση».

Γιατί είναι μεν σε θετική κατεύθυνση ο περιορισμός σε μονοετή τους διετούς μέχρι σήμερα αποκλεισμού όσων αναπληρωτών αρνούνται την πρόσληψη σε συγκεκριμένη θέση ή παραιτούνται αλλά παραμένει ως τιμωρητική διάταξη για κάποιον εκπαιδευτικό (που μπορεί να έχει 7-8 χρόνια προϋπηρεσία, οικογένεια κλπ) και αρνείται να πάει στο πιο απομακρυσμένο νησί του Αιγαίου ενώ την επόμενη μέρα θα τον καλέσουν στον τόπο του. Την ίδια στιγμή δε στις μέχρι τώρα ανακοινώσεις δεν φαίνεται να ικανοποιούνται βασικά αιτήματα όπως η αναγνώριση όλης της προϋπηρεσίας των αναπληρωτών καθώς και η επέκταση εργασιακών δικαιωμάτων των μονίμων εκπαιδευτικών κ.ά. εργαζόμενων και στους αναπληρωτές αλλά και δεν γίνεται κανένα ουσιαστικό βήμα για την κατάργηση των πολλαπλών ελαστικών σχέσεων εργασίας στην εκπαίδευση. Και το σημαντικότερο: δε δίνεται απάντηση στα καίρια ερωτήματα του αριθμού και των συστήματος (κριτηρίων) για διορισμούς μονίμων εκπαιδευτικών. Αντίθετα γίνονται ανησυχητικές ή και επικίνδυνες οι δηλώσεις από την πολιτική ηγεσία του ΥΠΟΠΑΙΘ περί «σεβασμού» της απόφασης του Σ.τ.Ε. σχετικά με τους διορισμούς εκπαιδευτικών από τον ΑΣΕΠ και όχι με βάση την προϋπηρεσία.

Γιατί ναι μεν είναι θετικό ότι άνοιξε η συζήτηση για την επιλογή του διευθυντή από το Σύλλογο Διδασκόντων του σχολείου, στοιχείο που προωθεί τη δημοκρατικότερη λειτουργία του σχολείου αλλά δυστυχώς πολύ σύντομα “μαζεύτηκε”, δίνοντας τη θέση σε μεικτά συστήματα και αλχημείες από την πλευρά του ΥΠΟΠΑΙΘ που κοντεύουν να κάψουν μια πρόταση που κινείται σε θετική κατεύθυνση. Γενικότερα δε όσο δεν ανοίγει το συνολικό ζήτημα της δημοκρατικής λειτουργίας του σχολείου, με την κατάργηση του 3848/10, του καθηκοντολόγιου του ισχύοντος ΔΥΚ και όλου του νομοθετικού πλαισίου που αναγορεύει το διευθυντή σε ρόλο manager στα πλαίσια του σχολείου της αγοράς, η συζήτηση για τη διοίκηση της εκπαίδευσης και του σχολείου είναι “κολοβή”. Αυτό που είναι αναγκαίο σήμερα είναι η παιδαγωγική ελευθερία και η δημοκρατική λειτουργία του σχολείου, με ανώτερο αποφασιστικό όργανο για παιδαγωγικά και διοικητικά ζητήματα το Σύλλογο Διδασκόντων, ο οποίος πέραν της πρωταγωνιστικής του θέσης σε όλες τις παιδαγωγικές και διοικητικές λειτουργίες του σχολείου, θα εκλέγει και το συντονιστή του: εκπαιδευτικό του σχολείου, αιρετό και ανακλητό, με ανώτατο όριο θητείας, με τις ίδιες μισθολογικές απολαβές με όλους τους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς και με διδακτικά καθήκοντα (με γραμματειακή υποστήριξη). Μόνο έτσι άλλωστε θα ξηλωθεί οριστικά και αμετάκλητα ο αυταρχικός διοικητικός μηχανισμός, η εκπαιδευτική ιεραρχία που καταδυνάστευσε τη ζωντανή εκπαίδευση και επιχείρησε να επιβάλλει με θεμιτά και αθέμιτα μέσα την αξιολόγηση.

Γιατί δεν αλλάζεις την πολιτική αλλάζοντας το όνομα της ειδικής αγωγής σε ειδική εκπαίδευση. Το πολυνομοσχέδιο δεν προωθεί την ίδρυση των αναγκαίων νέων δομών ειδικής αγωγής και τμημάτων ένταξης σε κάθε σχολείο. Διευρύνει αλλά δεν κατοχυρώνει το δικαίωμα παράλληλης στήριξης σε όλα τα παιδιά που την έχουν ανάγκη. Ταυτόχρονα δεν αντιμετωπίζει τα εργασιακά προβλήματα των εκπαιδευτικών της και κυρίως το πρόβλημα των μόνιμων διορισμών των επί (μέχρι και 13) χρόνια αναπληρωτών (του εαυτού τους…) δασκάλων και νηπιαγωγών της ειδικής αγωγής.

Γιατί είναι σε θετική κατεύθυνση η μετατροπή της πλειοψηφίας των προτύπων σε πειραματικά αλλά θα συνεχίσουν να λειτουργούν ορισμένα από τα πρότυπα «για ιστορικούς λόγους» και δε δίνεται οριστικό τέλος στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη της αριστείας. Ταυτόχρονα δε δίνεται καμιά απάντηση στα εργασιακά προβλήματα των εκπαιδευτικών που υπηρετούν σ’ αυτά (απόλυτη εντατικοποίηση, υποχρεωτική 5ετής παραμονή κ.ά.).

Γιατί οι μέχρι σήμερα ανακοινώσεις για τα μέτρα που θα νομοθετηθούν και η συνολικότερη πολιτική του ΥΠΟΠΑΙΘ μένει μακριά από τα πραγματικά προβλήματα της Π.Ε.  Γιατί δεν δίνει απάντηση πότε θα ανακληθούν οι περσινές συγχωνεύσεις σχολείων και θα καταργηθεί το 10% της προσαύξησης των μαθητών ανά τμήμα. Γιατί δεν προβλέπεται κανένα μέτρο για την κατοχύρωση της δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής και των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών της. Γιατί θα είναι αδύνατο να καλυφθούν τα 25000 κενά και να λειτουργήσουν τα σχολεία την επόμενη σχολική χρονιά, αν δε γίνουν μαζικοί διορισμοί εκπαιδευτικών (με κριτήρια το χρόνο λήψης πτυχίου και την προϋπηρεσία) για την κάλυψη όλων των αναγκών. Γιατί τα σχολεία δεν μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν χωρίς τη δυνατότητα κάλυψης των στοιχειωδών αναγκών τους, χωρίς τη γενναία αύξηση των δαπανών για την παιδεία.

Γιατί δίπλα σ’ αυτά και τόσα άλλα “γιατί” υπάρχει ένα αδυσώπητο “διότι”: οι μνημονιακές δεσμεύσεις και η αποπληρωμή του χρέους δεν επιτρέπουν την εφαρμογή μιας άλλης πολιτικής και όσο η πολιτική ηγεσία του ΥΠΟΠΑΙΘ και η κυβέρνηση δεν αποφασίζει να έρθει σε ρήξη με τις πολιτικές που επιβάλλουν η Ε.Ε., το Δ.Ν.Τ. και ο ΟΟΣΑ, το κεφάλαιο και οι θεσμοί του, όσο δεν καταργείται ο μνημονιακός προϋπολογισμός του 2015, καμιά λύση δεν υπάρχει (και) για τα προβλήματα της παιδείας.

Οι Γενικές Συνελεύσεις που πρέπει να γίνουν στο επόμενο διάστημα με τη μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών πρέπει να σχεδιάσουν τους αναγκαίους αγώνες για την ανάδειξη και διεκδίκηση πραγματικών λύσεων στα προβλήματα. Στην κατεύθυνση αυτή είναι αναγκαίο να δομήσουμε κοινωνικά μέτωπα, με το συντονισμό Συλλόγων Π.Ε. και ΕΛΜΕ, με το γενικότερο συντονισμό ΔΟΕ, ΟΛΜΕ, γονιών κ.ά. φορέων του εκπαιδευτικού κινήματος να οργανώσουμε  τους αναγκαίους αγώνες για τη διεκδίκηση των διατυπωμένων αιτημάτων του εκπαιδευτικού κινήματος, με αιτήματα αιχμής τους μαζικούς διορισμούς εκπαιδευτικών και την αύξηση των δαπανών για την παιδεία.

Γιατί το πάγωμα της αξιολόγησης και τα όποια θετικά μέτρα έχουν ληφθεί ή ανακοινωθεί μέχρι σήμερα αποτελούν κατακτήσεις των αγώνων του εκπαιδευτικού κινήματος. Και οι νέοι αγώνες, όλο και πιο δυναμικοί, πιο αποφασιστικοί αποτελούν τη μόνη ελπίδα, τη μόνη εγγύηση ότι θα βγάλουμε τη θηλιά του χρέους και των μνημονίων, θα κερδίσουμε τη ζωή που αξίζει σε μας και τα παιδιά μας, θα οικοδομήσουμε το σχολείο των όλων και των ίσων, των αναγκών και των δικαιωμάτων μας!

 

 

Sorry, the comment form is closed at this time.