Ιούν 052014
 

 

1.«Η επονομαζόμενη «κοινωνία της γνώσης» απαιτεί συνεχείς αλλαγές, προσαρμογές και μεταρρυθμίσεις των εκπαιδευτικών συστημάτων και των αναλυτικών προγραμμάτων και επιβάλλει την αδιάκοπη ενημέρωση του/της εκπαιδευτικού τόσο για το γνωστικό του/της αντικείμενο όσο και για την παιδαγωγική του/της θωράκιση».

  Η παραπάνω παράγραφος θα μπορούσε να είναι  η εισαγωγή επίσημου κειμένου της κυβέρνησης, του ΣΕΒ, της  ΕΕ  ή κάποιου διεθνούς οργανισμού άσχετου με την εκπαίδευση όπως ο  ΟΟΣΑ, η παγκόσμια τράπεζα .

Δυστυχώς όμως πρόκειται για την εισαγωγή κειμένου ενός Ινστιτούτου που ανήκει σε ένα  εκπαιδευτικό συνδικάτο και το  οποίο είναι πλήρως υποταγμένο στην κυρίαρχη ρητορική και πολιτική.

Η «κοινωνία της γνώσης» παρουσιάζεται σαν το μέτρο των πάντων στην εκπαίδευση εμφανίζοντας το περιεχόμενο και τα πολιτικά αποτελέσματα που αυτή παράγει σαν κάτι που υπάρχει έτσι από αιώνες, χωρίς πολιτική στόχευση συγκεκριμένων κέντρων λήψεων αποφάσεων και με αταξική ουδέτερη θεώρηση.

Η προσαρμογή στην «κοινωνία της γνώσης» αποτελεί στρατηγική επιλογή του διεθνούς και ευρωπαϊκού κεφαλαίου έτσι ώστε η εκπαίδευση να αποτελέσει εκείνο τα μοχλό αναδόμησης της οικονομίας και της εργασίας( που θα υποτάξει απόλυτα την εκπαίδευση σαν ‘μορφή, δομή, περιεχόμενο’ και την εκπαιδευτική κοινότητα στην αγορά ώστε να ξεπεραστεί η καπιταλιστική κρίση σε βάρος του κόσμου της εργασίας και να αναστηλωθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου ) εμφανίζεται σαν μήτρα της μεταρρύθμισης των συστημάτων εκπαίδευσης, των αναλυτικών προγραμμάτων, του περιεχομένου της εκπαίδευσης και της χρηματοδότησης της.

Μια τέτοια οπτική κρύβει την πιο σοβαρή παράμετρο όλων αυτών των αντιδραστικών  μεταρρυθμίσεων που δεν είναι άλλη από την αλλαγή των όρων παροχής της εργασίας τόσο μέσα στα σχολεία (πιο φθηνά, πιο ελαστικά, πιο εντατικά)  όσο και έξω από αυτά     («παραγόμενοι» νέοι εργαζόμενοι χωρίς δικαιώματα).

Παράλληλα καταστρατηγείται ουσιαστικά  ένας από τους κύριους άξονες – στόχους που θα έπρεπε να καθορίζουν τις προτεραιότητες του πλαισίου  δράσης  ενός Ινστιτούτου ερευνών – μελετών  που ανήκει σε μια Εκπαιδευτική  Ομοσπονδία. Την συγκρότηση παιδαγωγικών πρακτικών και παρεμβάσεων που στοχεύουν αφενός στο να αντιπαλέψουν την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο, που συστηματικά καταδικάζει τα παιδιά των λαϊκών τάξεων σε απόλυτη ή σχετική σχολική αποτυχία, και αφετέρου στο να συμβάλουν στη δημιουργία κριτικά σκεπτόμενων πολιτών, δηλαδή πολιτών που στη βάση των ιδανικών της ελευθερίας και της ισότητας συμμετέχουν με κριτικό τρόπο στις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες.

Καταστρατηγείται και ο άξονας του πολιτικού και ιδεολογικού εξοπλισμού του συνδικάτου  και του εκπαιδευτικού κινήματος  για την ανατροπή των αντιεκπαιδευτικών  και αντιλαϊκών πολιτικών, για την υπεράσπιση της δημόσιας δωρεάν παιδείας και των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών. 

2. «Η βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης πρέπει να αποτελεί βασική στόχευση της εφαρμοζόμενης εκπαιδευτικής πολιτικής επειδή µε αυτόν τον τρόπο καθίσταται εφικτή η ενίσχυση της εθνικής οικονομίας, της ανταγωνιστικότητας αλλά και της κοινωνικής συνοχής». ( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

 

Η παραπάνω θέση αποτελεί το θεμέλιο λίθο της κυβερνητικής πολιτικής η οποία αντιμετωπίζει την εκπαίδευση ως προϊόν που πρέπει να βελτιώνεται διαρκώς ποιοτικά και να υποτάσσεται ολοκληρωτικά στους στόχους του κεφαλαίου που δεν είναι άλλοι από την «ενίσχυση της εθνικής οικονομίας, της ανταγωνιστικότητας αλλά και της κοινωνικής συνοχής».(sic)

 

H αποδοχή από το συνδικάτο της παραπάνω θέσης αποτελεί την βάση αποδοχής της κυρίαρχης πολιτικής. Μέχρι τώρα οι κυβερνητικές δυνάμεις ΠΑΣΚΕ/ΔΗΣΥ -ΔΑΚΕ με βάση αυτό το περιεχόμενο καθορίζουν τις αποφάσεις του κλάδου και τη δράση του και «διατυπώνουν» τις «διαφωνίες» τους.

 

Σε τι διαφέρει μια τέτοια τοποθέτηση από τα δεκάδες κείμενα του υπουργείου, της ΕΕ και των διεθνών καπιταλιστικών οργανισμών;

 

Τα όρια διεκδίκησης  που επιτρέπει  μια τέτοια άποψη  είναι ουσιαστικά μηδενικά .Αυτό μάλιστα ερμηνεύει τόσο την διαχρονική πολιτεία του ΙΠΕΜ άλλα και το πλαίσιο  συγκυβέρνησης  της διαμορφωμένης τα τελευταία χρόνια   γραφειοκρατικής-κυβερνητικής  πλειοψηφίας των ΔΑΚΕ,  ΠΑΣΚ – ΔΗΣΥ.

 

Πρόκειται για την αντίληψη της «συναλλαγής» και της συνδιαχείρισης ότι «αν η κυβέρνηση και η οικονομία τα  πάνε καλά κάτι θα πάρουμε και εμείς». Στην σημερινή εποχή της καπιταλιστικής κρίσης και του κοινωνικού μεσαίωνα «το κάτι θα πάρουμε» είναι τα γνωστά φληναφήματα των πλεονασμάτων και των successstory από τη μια, και της σκληρής πραγματικότητας των απολύσεων, των συγχωνεύσεων, της λιτότητας και της υποταγής του σχολείου και της γνώσης στην αγορά από την άλλη.

 

3.«Η Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας (ΔΟΕ), ως το θεσμοθετημένο συνδικαλιστικό όργανο έκφρασης της εκπαιδευτικής κοινότητας, ουδέποτε αντιτάχθηκε στο θεσμό της αξιολόγησης και στη δημιουργία ενός αξιοκρατικού και αντικειμενικού αξιολογικού συστήματος, όπως επιχειρήθηκε και επιχειρείται να παρουσιάζεται από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και από τους κρατικούς φορείς. ( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

Απεναντίας, παρουσίασε τις θέσεις της για  τη δημιουργία αντικειμενικού αξιολογικού συστήματος. Υποστηρίζει ότι από το θεσμό της αξιολόγησης προκύπτει όφελος, κέρδος και ανάδειξη των προσπαθειών για τους αξιολογούμενους, καθώς και αναβάθμιση της ίδιας της εκπαίδευσης».( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

Η παραπάνω θέση αποτελεί μνημείο συνδικαλιστικής «υπευθυνότητας» και συνδιαχείρισης, βασικό στοιχείο ταύτισης με την κυρίαρχη πολιτική και ενεργούς αποδοχής της.

Αυτό το περιεχόμενο καθόρισε τη στάση της κυβερνητικής πλειοψηφίας της  ΔΟΕ απέναντι στην αξιολόγηση υιοθετώντας μια ρητορική περί καλής αντικειμενικής, αξιοκρατικής αξιολόγησης, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο στα παραμύθια της συνδικαλιστικής  υποταγής. 

Η τοποθέτηση αυτή διαπερνά κάθε δράση και σκέψη του συνδικάτου και αποτέλεσε εκτός πολλών άλλων μια από τις βασικές αιτίες για την ηγεμονία αντιλήψεων αναμονής και ελλιπούς αντιπαράθεσης με το πολιτικό, ιδεολογικό και αντιδραστικό περιεχόμενο της αξιολόγησης. 

 Η αυτοαξιολόγηση – αξιολόγηση που επιχειρεί να επιβάλλει με κάθε μέσον, ακόμα και παράνομο,  το υπουργείο κόντρα στη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των συναδέλφων και τις οποίες οι ΔΑΚΕ , ΠΑΣΚ – ΔΗΣΥ φέρονται να αντιμάχονται, αποτελούν επιταγές της Τρόικας και της  ίδιας ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής  των μνημονίων , των ποσοστώσεων και των διαθεσιμοτήτων – απολύσεων ενταγμένες σε προγράμματα  ΕΣΠΑ .

Και στις δύο περιπτώσεις  οι «επιμορφώσεις» αυτές που θα κληθούν να παρακολουθήσουν οι συνάδελφοι, ταυτισμένες στην ολότητά τους με την κυβερνητική εκπαιδευτική πολιτική και τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν διαφέρουν σε τίποτε από τις επιλογές επιμόρφωσης – συμμόρφωσης – χειραγώγησης των προγραμμάτων της αυτοαξιολόγησης – αξιολόγησης του Υπουργείου Παιδείας.

Ποιος κοροϊδεύει λοιπόν ποιόν και γιατί; Πότε οι δυο αυτές παρατάξεις λένε την αλήθεια; Όταν στηρίζουν την εκπαιδευτική πολιτική στηρίζοντας και διεκδικώντας τα προγράμματα ΕΣΠΑ, όταν υπεραμύνονται μιας «καλής», αντικειμενικής  κλπ  αξιολόγησης ή όταν «αντιμάχονται» τις επιλογές του Υπουργείου όσον αφορά την αυτοαξιολόγηση – αξιολόγηση;

Η πλειοψηφία του ΙΠΕΜ ζει την απόλυτη αντίφαση αφού από τη μια έχει ως αποκλειστική του δράση προγράμματα ΕΣΠΑ και από την άλλη ασκεί κριτική και «διαφωνεί» με την αξιολόγηση η οποία προωθείται από την ΕΕ στο δημόσιο και στην εκπαίδευση από αντίστοιχα  επιλέξιμα προγράμματα  ΕΣΠΑ, που περιλαμβάνουν τα πάντα ( όπως  την επιμόρφωση των «στελεχών» με την συνοδεία ΜΑΤ, με τη χρήση χημικών και ωμής βίας ).

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς το περιεχόμενο της αξιολόγησης  και των στελεχών που θα την εφαρμόσουν.  

Η «κοινωνία της γνώσης», η ΕΕ, το κεφάλαιο και η καπιταλιστική κρίση είναι αυτές που επιβάλλουν την αξιολόγηση ως την πανάκεια και το μέτρο για την εκπαίδευση  και τις υπηρεσίες του δημοσίου στο σύνολό του.

4. «Πώς θα μπορέσει ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό σύστημα να κατανοήσει και να αξιολογήσει με αντικειμενικό τρόπο εκπαιδευτικούς και σχολικές μονάδες που ξεκινούν από διαφορετικές «αφετηρίες», εμφανίζουν διαφορετικά προβλήματα και έχουν διαφορετικές δυνατότητες;

Αυτόματα τίθεται το ερώτημα: «Πώς είναι δυνατό το προτεινόμενο αξιολογικό σύστημα να λειτουργήσει για όλες τις Σχολικές Μονάδες και να συμβάλλει στην ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης, όταν αναγνωρίζεται από τους ιθύνοντες η ποικιλία και η διαφορετικότητα των ΣΜ, ωστόσο επιλέγουν να εφαρμόσουν την αξιολόγηση «οριζόντια»»;( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

Μα ακριβώς αυτή είναι η ουσία της αξιολόγησης. Συγκεντρωτισμός, γραφειοκρατία, αυστηρή ιεραρχία και «αντικειμενικότητα» η οποία δεν λαμβάνει στα κριτήρια της καμία διαφορά μια και το βασικό της στοιχείο είναι η επικράτηση των ικανών και των αρίστων. (σχολείων,. εκπαιδευτικών, μαθητών , πρακτικών , επιδόσεων).

Και πάλι το ΙΠΕΜ θέτει την αναποτελεσματικότητα της οριζόντιας αξιολόγησης με όρους ποιοτικής αναβάθμισης, δανειζόμενο περιεχόμενο για την κριτική του από το οπλοστάσιο της ΕΕ, του ΟΟΣΑ, των επιχειρήσεων, που αντιμετωπίζουν τα πάντα ως πεδίο κερδοφορίας, ως αγορά, ως προϊόν.

Το ΙΠΕΜ τοποθετείται  για τους όρους παροχής της εκπαίδευσης  και την  κατηγοριοποίηση των σχολείων αντιμετωπίζοντας ως φυσικό φαινόμενο τις πολύπλευρες ελλείψεις σε υποδομές, την κτιριακή υποδομή, τους πόρους, την έλλειψη προσωπικού, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, αρνούμενο να κατονομάσει τους υπαίτιους των περικοπών  και των καταστροφικών «μεταρρυθμίσεων» στην εκπαίδευση, θεωρώντας ως επιμόρφωση μόνο τα προγράμματα που προωθούνται και ελέγχονται από την ΕΕ.

Ταυτόχρονα από τη μια   «ξεχνά» τη  δεδομένη συγκρότηση του σχολικού μηχανισμού που, όπως διαπιστώνεται από όλους, η ιεραρχική οργάνωση των βαθμίδων της εκπαίδευσης και ο εξετασιοοκεντρικός χαρακτήρας του Λυκείου επιβάλλουν έμμεσα έναν ανάλογο προσανατολισμό στην παιδαγωγική του δημοτικού σχολείου, ενώ παράλληλα, οι χαμηλές αμοιβές των εκπαιδευτικών και η συνακόλουθη άσκηση δεύτερης εργασίας, για βιοπορισμό ή η ένδεια, τους περιορίζουν τη δυνατότητα παραγωγής εκ μέρους τους εναλλακτικού εκπαιδευτικού υλικού προσαρμοσμένου στις ανάγκες των μαθητών και στο ιδανικό του κριτικά σκεπτόμενου και αγωνιζόμενου πολίτη.

 Και από την άλλη ξεχνά την κατάργηση των διδασκαλείων, των εκπαιδευτικών αδειών και τη διαμόρφωση του νέου φαινόμενου της συλλογής προσόντων μέσα από σεμινάρια και μεταπτυχιακά τα οποία πληρώνονται αδρά. Η κριτική του εξαντλείται στο στιγματισμό των σχολείων και των εκπαιδευτικών εξαιτίας της αρνητικής βαθμολόγησης και κατάταξης .

5.«Πώς είναι δυνατόν να εφαρμοστεί η ποσόστωση αφού θα πρέπει να βαθμολογηθούν οι ποιοτικοί παράγοντες που καθορίζουν την ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου, πώς είναι δυνατόν να εφαρμοστεί η προτεινόμενη ποσόστωση και τι ακριβώς θα αναδειχθεί μέσα από την ποσόστωση»; ( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

Και πάλι η απάντηση δίνεται με όρους ποιότητας και με ανάλυση των παραγόντων που συμβάλλουν σε αυτήν (ο τρόπος διοίκησης του σχολείου,η ποιότητα των υλικών πόρων,ο τρόπος προσφοράς των μορφωτικών αγαθών, το εκπαιδευτικό προσωπικό, η  κουλτούρα που αναπτύσσει το σχολείο) για να καταλήξει στη θέση που έχει και την μόνη αναφορά στην ΕΕ  με θετικό συγκριτικό πρόσημο:

6. «Δεδομένου ότι σε κανένα εκπαιδευτικό αξιολογικό σύστημα της ΕΕ και όχι μόνο δεν εφαρμόζεται η ποσόστωση κατά την αυτοαξιολόγηση της ΣΜ, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για  ένα αντιεπιστημονικό ελληνικό εφεύρημα, που στόχο έχει την κατηγοριοποίηση των σχολείων, τη μείωση του κύρους του εκπαιδευτικού προσωπικού και φυσικά την δημιουργία εκπαιδευτικών και σχολικών μονάδων πολλών «ταχυτήτων».( από το κείμενο του ΙΠΕΜ )

« Γιατί ενώ οι εκπαιδευτικοί θα δηλώνουν έναν αριθμό που θα αντιπροσωπεύει την έλλειψη της κρατικής μέριμνας πχ στην υλικοτεχνική υποδομή ή στη μη έγκαιρη στελέχωση της ΣΜ με το απαραίτητο εκπαιδευτικό προσωπικό, ο βαθμός αυτός αντί να καταλογίζεται και να βαραίνει τους υπεύθυνους κρατικούς φορείς θα καταλογίζεται και θα βαραίνει το έργο της ΣΜ». ( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

Ξεχνάνε βέβαια ότι αποστολή και στόχος κάθε αξιολόγησης είναι ακριβώς όλα τα παραπάνω: η επιλογή, η κατάταξη, η απόρριψη, η κατηγοριοποίηση. Η ποσόστωση είναι απλά ένα μέσο επιβολής των παραπάνω καλλιεργώντας ταυτόχρονα το φόβο,  την υποταγή,   τον ανταγωνισμό, την ατομική ευθύνη του αξιολογούμενου για τις επιλογές του αξιολογητή.  

7.« Πώς θα αξιολογηθεί η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης κάθε Σχολικής Μονάδας, η επαρκής γνώση των σχολικών εγχειριδίων και η ανταπόκριση των εκπαιδευτικών στις προτεινόμενες, μέσω αναλυτικών προγραμμάτων ή υποδείξεων των συμβούλων, μεθόδους διδασκαλίας χωρίς την έγκαιρη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών»;( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

«Πώς είναι δυνατό να επωμισθεί και να στιγματιστεί η ποιότητα της απόδοσης της Σχολικής Μονάδας, ενώ την ευθύνη φέρει εξολοκλήρου ο κρατικός φορέας και μηχανισμός»;( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

Η πλειοψηφία του Ινστιτούτου δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιμόρφωση μια που τα προγράμματα  ΕΣΠΑ που «τρέχει» το ίδιο, τα τελευταία χρόνια,  έχουν σαν θέμα την επιμόρφωση. Και αυτά  τα προγράμματα  είναι ενταγμένα στα ευρωπαϊκά προγράμματα ΕΣΠΑ που χρησιμοποιούνται για την αντιδραστική μεταρρύθμιση- αναδόμηση της εκπαίδευσης, σε επιχειρηματικές ανταγωνιστικές βάσεις και την υποταγή κάθε κυττάρου της εκπαιδευτικής κοινότητας στην κυβερνητική πολιτική των μνημονίων, της τρόικα του ΔΝΤ.

 Ερμηνεύοντας  όσα διαχρονικά έχουν συμβεί στο ΙΠΕΜ –ΔΟΕ προκύπτει ότι η λειτουργία του ταυτίζεται πια εντελώς και χωρίς προσχήματα με τα προγράμματα  ΕΣΠΑ αφού στο πρόσφατο παρελθόν η αναστολή τους σήμανε και την αναστολή της ίδιας της λειτουργίας του .

8.«Η εσωτερική αξιολόγηση ή αυτοαξιολόγηση της Σχολικής Μονάδας είναι μια εσωτερική διαδικασία που διενεργείται από το Σύλλογο Διδασκόντων, όπου λαμβάνονται υπόψη και οι γνώμες μαθητών και γονέων και στοχεύει στην ανάδειξη των θετικών δράσεων της Σχολικής Μονάδας, καθώς και στον εντοπισμό των προβλημάτων ή ελλείψεων για την αντιμετώπισή τους. Πώς είναι δυνατό όμως τα αποτελέσματα μιας εσωτερικής διαδικασίας να δημοσιοποιούνται και να κατατάσσεται η Σχολική Μονάδα σε βαθμολογική κλίμακα με άμεση συνέπεια την κατηγοριοποίηση της»; ( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

Είναι φανερή η προσπάθεια των συντακτών του κειμένου να προσδώσουν στην πρότασή  τους χαρακτηριστικά  δημοκρατικότητας και αυτενέργειας και  τάχα να αποδομήσουν την κυρίαρχη πρόταση για την αξιολόγηση, επικεντρώνοντας  την κριτική τους στην δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων μιας εσωτερικής διαδικασίας.

Η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης πέρα από την είσοδο του ιδιωτικού κεφαλαίου ( με τα ΕΣΠΑ, τους χορηγούς, τις ΜΚΟ, τα ΣΔΙΤ,κα ) πρωτίστως έχει να κάνει με τη λειτουργία της ως επιχείρηση. Αυτή την αλλαγή έρχεται να υπηρετήσει η αξιολόγηση, η λογική κόστους- οφέλους, η σύνδεση με την αγορά και τις επιχειρήσεις, οι άθλιες εργασιακές σχέσεις, η υποχρηματοδότηση, η κατάργηση σχολείων και ειδικοτήτων, τα «καινοτόμα» προγράμματα, το ρευστοποιημένο αναλυτικό πρόγραμμα, το σχολείο της αγοράς.

Όταν το σχολείο λειτουργεί ως επιχείρηση τα περί δημοκρατίας πάνε περίπατο όπως και κάθε δημοκρατική εσωτερική διαδικασία. Όλα πρέπει να μετριούνται, να ελέγχονται, να καταγράφονται, να αξιολογούνται να ποσοτικοποιούνται, να ενισχύουν και να υπηρετούν τον ανταγωνισμό σχολείων, μαθητών εκπαιδευτικών, να υπηρετούν την αγορά. Η δημοσιοποίηση και η κατηγοριοποίηση εξυπηρετούν και έναν άλλο σκοπό. Ο πελάτης –γονιός να μπορεί να επιλέξει το «καλό» σχολείο.       

9.«Η αξιολόγηση δεν αποτελεί απλώς μία διαδικασία ελεγκτικού ή διαπιστωτικού χαρακτήρα, αλλά ανατροφοδοτεί τη διδακτική πράξη επιδιώκοντας τη συνεχή αναβάθμιση της ποιότητας εκπαίδευσης και τη βελτίωση όλων των εκπαιδευτικών παραγόντων. Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες κάθε σύστημα αξιολόγησης συνοδεύεται και από τους θεσμοθετημένους φορείς επαγγελματικής ανάπτυξης του εκπαιδευτικού, που εντοπίζουν προγραμματίζουν και υλοποιούν προγράμματα για την κάλυψη των αναγκών που αναδείχθηκαν». ( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

«Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αξιολόγηση είτε με τη μορφή της τυπικής αξιολόγησης είτε με τη μορφή της άτυπης (αυτοαξιολόγηση) έχει βελτιωτικό χαρακτήρα. Για να προκύψει όμως βελτίωση θα πρέπει να συλλεχθούν όλα τα αποτελέσματα από την κάθε Σχολική Μονάδα, να μελετηθούν και να προγραμματιστούν δράσεις που θα καλύψουν συγκεκριμένες, στοχοθετημένες, ανάγκες, οι οποίες και θα οδηγήσουν στη βελτίωση». ( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

«Η δημιουργία των φορέων επαγγελματικής ανάπτυξης του εκπαιδευτικού θα έπρεπε να γίνεται ταυτόχρονα με τη δημιουργία του αξιολογικού συστήματος, στην περίπτωση, που κύριο μέλημα είναι η βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης και όχι ο στείρος έλεγχος του εκπαιδευτικού». ( από το κείμενο του ΙΠΕΜ)

Τα τελευταία αποσπάσματα χωρίς σχόλια. Σε  ένα κείμενο 3.700 λέξεων δεν υπάρχει καμία αναφορά στην δημόσια δωρεάν εκπαίδευση, στο ενιαίο  δωδεκάχρονο δημόσιο δωρεάν σχολείο και στη δίχρονη υποχρεωτική προσχολική αγωγή . Δεν υπάρχει καμία αναφορά στην  κυβέρνηση και τις αντιεκπαιδευτικές πολιτικές της, στην ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, στον καταλυτικά αρνητικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις απολύσεις για πρώτη φορά εκπαιδευτικών, στη υποχρηματοδότηση και την διάλυση των σχολικών μονάδων. 

10.Το κείμενο ασχολείται με την προβληματική που έχουν οι κυβερνητικές παρατάξεις των ΠΑΣΚ-ΔΗΣΥ/ΔΑΚΕ και η οποία είναι μακριά από τα ερωτήματα και τις αγωνίες της ζωντανής εκπαίδευσης και των μάχιμων εκπαιδευτικών, μακριά από το εκπαιδευτικό και γενικότερα το εργατικό  κίνημα .

  Το συγκεκριμένο κείμενο δεν συζητήθηκε ούτε καν αναγνώστηκε στο διοικητικό συμβούλιο του ΙΠΕΜ και δεν ξέρουμε τα φυσικά πρόσωπα- συντάκτες του.

  Επίσης δεν συζητήθηκε ούτε στο διοικητικό συμβούλιο της ΔΟΕ παραγγελία του οποίου ήταν η σύνταξή του. Το πληροφορηθήκαμε από τα εκπαιδευτικά  site  όπως και όλοι οι άλλοι εκπαιδευτικοί.

Οι κυβερνητικές παρατάξεις (ΠΑΣΚ-ΔΗΣΥ/ΔΑΚΕ) που διατηρούν την πλειοψηφία στη ΔΟΕ  και στο  ΙΠΕΜ/ΔΟΕ   από τη στιγμή που  απέστειλαν το συγκεκριμένο κείμενο μαζί με το κείμενο πρόταση προς τους συλλόγους και το σύνολο  σχολικών μονάδων /νηπιαγωγείων ουσιαστικά το αποδέχονται  και το ενστερνίζονται.  Ενστερνίζονται ένα κείμενο  με  το οποίο το υπουργείο θα πρέπει να είναι περήφανο για τις δύο  παρατάξεις της συγκυβέρνησης  στο χώρο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης .

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΛΤΣΑΚΑΚΗΣ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΝΔΗΛΩΡΟΣ

ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ ΚΙΝΗΣΕΩΝ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΩΝ ΠΕ ΣΤΟ ΙΠΕΜ-ΔΟΕ

5/6/2014

Sorry, the comment form is closed at this time.